Από τα παιδικά του χρόνια στη Ζάκυνθο μέχρι τα μεγάλα ευρωπαϊκά γήπεδα και την κατάκτηση τίτλων στην Ελλάδα και την Κύπρο, ο Χάρης Μαυρίας έχει διανύσει μια διαδρομή γεμάτη όνειρα, επιτυχίες, απογοητεύσεις και δυνατές επιστροφές. Σε μια προσωπική αναδρομή στην ποδοσφαιρική του πορεία, μιλά για τις στιγμές που τον σημάδεψαν, τις δυσκολίες που τον δοκίμασαν και τους ανθρώπους που στάθηκαν δίπλα του, αποδεικνύοντας πως το ταλέντο χρειάζεται υπομονή, επιμονή και πίστη για να αντέξει στον χρόνο.

Όταν όλη η Ελλάδα βγήκε στους δρόμους το καλοκαίρι του 2004 για να πανηγυρίσει την κατάκτηση του Euro, εγώ δεν θα μπορούσα να αποτελώ εξαίρεση.

Ήμουν ένα παιδάκι δέκα ετών που κλοτσούσε το τόπι στη Ζάκυνθο, το νησί που γεννήθηκα και μεγάλωσα.

Ήταν μια επιτυχία απρόσμενη αλλά και τόσο μεγάλη, η οποία με έκανε να ξαπλώνω το βράδυ στο κρεβάτι μου και να κάνω όνειρα. Έλεγα στον εαυτό μου «Χάρη, μια μέρα θα γίνεις επαγγελματίας ποδοσφαιριστής». Οι εικόνες των πανηγυρισμών της Εθνικής είχαν χαραχτεί βαθιά στο μυαλό μου.

Δεν έχω πολλά να θυμάμαι πλέον από εκείνη την ηλικία, αλλά αυτή είναι μια ανάμνηση πολύ έντονη για μένα. Να παρακολουθώ από την τηλεόραση τον ημιτελικό και τον Τελικό και να κλαίω από χαρά και συγκίνηση.

Το σπίτι μας ήταν πολύ κοντά στην πλατεία Διονυσίου Σολωμού στη Ζάκυνθο. Κάθε απόγευμα, ειδικά τα καλοκαίρια, παίζαμε ποδόσφαιρο με τα παιδιά της γειτονιάς και κάναμε τη βόλτα μας.

Ο πατέρας μου έπαιζε ποδόσφαιρο και ήταν αυτός που μου κόλλησε το μικρόβιο της μπάλας. Τα καλοκαίρια έτρεχε με το μαγαζί μας στο Τσιλιβί και τον χειμώνα έτρεχε εμένα στην προπονήσεις και τους αγώνες.

Εκείνα τα χρόνια ο πατέρας μου έπαιζε ακόμη μπάλα, ερασιτεχνικά βέβαια. Έτσι, τα Σαββατοκύριακα μας ήταν γεμάτα ποδόσφαιρο.

Με πήγαινε στους αγώνες μου, γιατί εκτός από το τμήμα μου έπαιζα και με τους μεγαλύτερους σε ηλικία, πήγαινα εγώ στον δικό του αγώνα να τον δω και την Κυριακή το βράδυ όλο και κάποιο ματς ποδοσφαίρου θα βλέπαμε στην τηλεόραση, είτε του Παναθηναϊκού είτε από κάποιο ξένο πρωτάθλημα.

Είναι εικόνες που έχω έντονα στο μυαλό μου από τα παιδικά μου χρόνια, να μαζευόμαστε σπίτι οικογένεια και φίλοι και να βλέπουμε ντέρμπι Παναθηναϊκός-Ολυμπιακός ή και μεσοβδόμαδα παιχνίδια του Champions League.

Όταν πια γύρω στο Πάσχα άρχιζε η τουριστική σεζόν, επειδή εκείνος δούλευε, όλα τα δρομολόγια τα έκανα με τη μητέρα μου.

Ο Χάρης Μαυρίας σε εφηβική ηλικία / Photo by: Προσωπικό αρχείο Χάρη Μαυρία.

Η μετακόμιση στην Παιανία

Είχα την τύχη η ομάδα μου, ο Ζακυνθιακός, να είναι στο δίκτυο ακαδημιών του Παναθηναϊκού. Έτσι, συμμετείχαμε σε κάποια τουρνουά και εκεί με είδαν πρώτη φορά ο Μάκης Λιβαθηνός και ο Τότης Φυλακούρης.

Στα 12 μου χρόνια, μαθητής της Α’ Γυμνασίου, πάμε σε ένα τουρνουά στο Λουτράκι με άλλες ακαδημίες από όλη την Ελλάδα. Εκεί συζήτησαν με τον πατέρα μου το ενδεχόμενο να ενταχθώ στον Παναθηναϊκό και να μετακομίσω στις εγκαταστάσεις της Παιανίας. Έπρεπε να γυρίσουμε στη Ζάκυνθο να το συζητήσουμε.

Το θέμα ήταν να πείσουμε τη μητέρα μου. Είναι δύσκολο για μια μάνα να αποδεχθεί τον αποχωρισμό από το παιδί σε τόσο μικρή ηλικία, αλλά από την άλλη ο Παναθηναϊκός παρουσίασε στην οικογένειά μου ένα πλήρες και οργανωμένο πλάνο για μένα. Αυτό την έπεισε.

Έτσι, έκανα το επόμενο βήμα. Με αφορμή ένα τουρνουά στο Χαϊδάρι, ήρθαμε οικογενειακώς στην Αθήνα. Να δούμε και την Παιανία από κοντά και να παίξω κι εγώ κάποια ματς.

Εκεί μάλιστα, στον τελευταίο αγώνα, ήταν παρών και ο Αντώνης Αντωνιάδης. Όταν τελειώσαμε, με φωνάζει κοντά του και μου λέει «από πού είσαι μικρέ;». «Από τη Ζάκυνθο», του λέω. «Μπράβο σου, συνέχισε έτσι. Δώσε μου το τηλέφωνο του πατέρα σου».

Πράγματι, τηλεφώνησε στον πατέρα μου και του είπε ότι έχω πολύ μέλλον μπροστά μου. «Κάνε τα πάντα να βοηθήσεις τον γιο σου να πάει ψηλά», του είπε τότε.

Η δική μου γενιά μεγάλωσε με τα DVD. Τότε που δεν υπήρχε YouTube, μαζεύαμε δισκάκια με αγώνες και ντοκιμαντέρ για τα Μουντιάλ και τα Ευρωπαϊκά.

Από ένα τέτοιο DVD είχα δει όλη την ιστορία του Παναθηναϊκού στο Wembley, ήξερα τον Δομάζο, τον Αντωνιάδη, όλη την ομάδα. Μου φάνηκε απίστευτο που ένας τέτοιος θρύλος ασχολήθηκε μαζί μου!

Σε εκείνο το τουρνουά με είδαν και από τον Ολυμπιακό. Πήραν τηλέφωνο τον πατέρα μου για να εκδηλώσουν το ενδιαφέρον τους, αλλά τους είπε ότι έχουμε ήδη κλείσει στον Παναθηναϊκό.

Όταν έφτασε η μέρα για να περάσω την πόρτα των εγκαταστάσεων στην Παιανία, τα συναισθήματά μου ήταν ανάμεικτα. Από τη μια, μπαίνω σε έναν χώρο φτιαγμένο αποκλειστικά για ποδόσφαιρο, το οποίο ήταν το πάθος μου. Είδα τις εγκαταστάσεις και μετά τους παίκτες της πρώτης ομάδας.

Τρία χρόνια πριν πανηγύριζα για τον Καραγκούνη στο Euro και τώρα τον έβλεπα ολοζώντανο δίπλα μου!

Από την άλλη, ήταν ο φόβος του αγνώστου. Ήμουν μόλις 13 χρόνων! Θα τα καταφέρω σε ένα καινούργιο περιβάλλον; Θα είμαι αποδεκτός; Θα κάνω φίλους; Θα τα πηγαίνουμε καλά; Πώς θα είναι το νέο σχολείο; Είχα άγχος για το τι θα συναντήσω. Ήταν όλα καινούργια.

Στο δωμάτιο που με έβαλαν, μπήκε μετά από λίγο ο Στέφανος Καπίνο. Ήμασταν από την πρώτη μέρα μαζί. Συνομήλικοι και οι πιο μικροί απ’ όλους στον ξενώνα, μέναμε μαζί. Σιγά-σιγά γνωρίσαμε και τα μεγαλύτερα σε ηλικία παιδιά. Κατευθείαν κατάλαβα ότι όλα θα πάνε καλά.

Περνούσαμε πολλές ώρες στο «γυάλινο», στους ξενώνες δηλαδή, τους οποίους λέγαμε έτσι λόγω της εξωτερικής όψης του κτηρίου. Οι μικρότεροι μέναμε δύο-δύο και τα παιδιά της Β’ ομάδας, οι μεγαλύτεροι δηλαδή, μόνοι τους.

Φυσικά και μου έλειπαν πολύ οι γονείς μου, οι φίλοι μου, η Ζάκυνθος. Αλλά όλο αυτό ισορροπούσε με το γεγονός ότι είμαι στον Παναθηναϊκό, κάτι που ήταν το όνειρό μου.

Ο απώτερος στόχος μου ήταν να φτάσω μέχρι την πρώτη ομάδα. Κοιμόμουν και ξυπνούσα με αυτή την σκέψη. Αν και πολύ μικρός, ήμουν πολύ συγκεντρωμένος στον στόχο μου. Ήξερα πόσο το θέλω και πόσο αγαπώ αυτό που κάνω.

Τη δεύτερη σεζόν μου στην Παιανία φτάνουμε στον Τελικό στο Πρωτάθλημα Κ17 και κερδίζουμε στο «Γ. Καραϊσκάκης» τον Ολυμπιακό. Αν και δύο χρόνια μικρότερος, είμαι στην ομάδα. Μετά από αυτό, με φωνάζουν στο ξεκίνημα της προετοιμασίας της πρώτης ομάδας.

Από 15 ετών με συμβόλαιο στην Α’ ομάδα

Είναι καλοκαίρι, χτυπάει το τηλέφωνο και είναι ο πατέρας μου. «Έρχομαι Αθήνα», μου λέει και αρχικά με παραξενεύει, γιατί ξέρω ότι καλοκαίρι δεν γίνεται να αφήσει τη δουλειά. «Με πήραν τηλέφωνο να πάμε στα γραφεία».

Δεν μου λέει τον λόγο, αλλά κάτι υποψιάζομαι. Μου φαίνεται απίστευτο. Έρχεται, με παίρνει από την Παιανία και πάμε στα γραφεία.

Στο αυτοκίνητο πια μου λέει «πάμε να υπογράψεις επαγγελματικό συμβόλαιο. Πρέπει να είμαι παρών, γιατί είσαι ανήλικος ακόμη».

Την ίδια μέρα υπέγραψε και ο Στέφανος Καπίνο. Ίδια μέρα περάσαμε την πόρτα της Παιανίας και ίδια μέρα υπογράψαμε!

Ένα παιδικό μου όνειρο γίνεται πραγματικότητα, ωστόσο με αγχώνει, γιατί δεν θεωρώ ότι έχω πετύχει και κάτι. Δεν έχω παίξει καν!

Ο πατέρας μου, όπως πάντα, είναι εκείνος που μου δείχνει τον δρόμο. Εκείνος που απλοποιεί τα πράγματα για να με ηρεμήσει. «Μην αγχώνεσαι, Χάρη. Ακόμα κι αν δεν πετύχεις, θα γυρίσεις στη Ζάκυνθο, έχουμε το μαγαζί εδώ. Κανείς δεν χάνεται».

Την επόμενη σεζόν, αν και μόλις 15 χρόνων, παίζω με την ομάδα Νέων. Πάω και σε κάποιες προπονήσεις με την ανδρική ομάδα. Με καλεί ο Χενκ Τεν Κάτε, κυρίως όποτε έχει Εθνική ομάδα, οπότε λείπουν παίκτες.

Το καλοκαίρι του 2010, μετά το Νταμπλ του Παναθηναϊκού, έχω κατέβει λίγες μέρες διακοπές στη Ζάκυνθο. Μου τηλεφωνεί ο Γρηγόρης Παπαβασιλείου. «Χάρη, θα έρθεις στην προετοιμασία μαζί μας», μου λέει.

Εκεί άρχισα πραγματικά να ζω το όνειρό μου. Πάω στην προετοιμασία και στα αποδυτήρια είμαι μαζί με τον Καραγκούνη, τον Σεϊταρίδη και τον Κατσουράνη. Είμαι συμπαίκτης με τα παιδικά μου ινδάλματα.

Από πολύ μικρή ηλικία στη Ζάκυνθο έπαιζα με μεγαλύτερα παιδιά. Στα 12 μου έπαιξα στην αντρική ομάδα στο τοπικό Πρωτάθλημα. Το σώμα μου ήταν ανεπτυγμένο, μπορούσα να ανταποκριθώ. Άλλωστε, και στην ακαδημία του Παναθηναϊκού πάντα έπαιζα με μεγαλύτερους.

Ένιωθα λοιπόν ότι όχι μόνο θα τα καταφέρω αλλά μπορώ να κάνω και το κάτι παραπάνω. Ο Νίκος Νιόπλιας, πριν φύγουμε για την Αυστρία, μου μίλησε. «Σε βλέπω στις προπονήσεις ότι έχεις στοιχεία και μπορείς να παίξεις. Τώρα, εκεί που θα πάμε, θα πάρεις ευκαιρίες. Προσπάθησε απλώς να είσαι ο εαυτός σου. Να κάνεις αυτά που κάνεις και στην προπόνηση».

Πράγματι, μπαίνω στο πρώτο φιλικό κιόλας με τη Βόλφσμπουργκ αλλαγή. Παίζω καλά και κερδίζω πέναλτι. Ακούω πολύ τους συμπαίκτες μου, τις συμβουλές τους, ειδικά τους Έλληνες. Παρατηρώ πώς παίζουν, προσπαθώ να “κλέψω” στοιχεία από το παιχνίδι τους και την προσωπικότητά τους. Ήθελα κάθε μέρα να παίρνω και κάτι.

Το πρωί σχολείο, το βράδυ στ’ «αστέρια»

Η πρώτη χρονιά είναι αυτή που το όνομά μου ακούγεται πολύ, ίσως επειδή καταρρίπτω κάποια ρεκόρ λόγω της ηλικίας μου.

Το βράδυ έπαιξα Champions League με τη Ρούμπιν Καζάν και το πρωί πήγα σχολείο. Ήμουν μαθητής της Α’ Λυκείου. Εκείνη την στιγμή δεν μπορούσα να το συνειδητοποιήσω.

Κάποιοι συμμαθητές μου είχαν φέρει αθλητικές εφημερίδες και μου έδειχναν τα πρωτοσέλιδα, κάποιοι άλλοι μού έλεγαν «μπράβο». Στο μάθημα βέβαια είπα στους καθηγητές ότι δεν είχα προλάβει να διαβάσω τίποτα. Ειλικρινής ήμουν και το εκτίμησαν, πιστεύω. Δεν έμεινα στους ξενώνες να ξεκουραστώ, πήγα κανονικά σχολείο.

Ήταν κάποια παιδιά, όπως ο Σωτήρης Νίνης και ο Κυριάκος Παπαδόπουλος, που έκαναν τις ελληνικές ομάδες να… ψαχτούν λίγο για να δώσουν χρόνο σε νεαρούς παίκτες.

Ο Παναθηναϊκός έβγαλε προς τα έξω μια τέτοια λογική. Αλλά ήταν κάτι που χτιζόταν καιρό, μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας και πίσω από τις κλειστές πόρτες της Παιανίας.

Ήμουν σε μια ομάδα που, αν έβλεπε ότι μπορούσες να ανταποκριθείς, ότι είχες τα χαρακτηριστικά που απαιτούνταν για τη θέση σου, θα σου έδινε ευκαιρία. Δεν σου έκανε χάρη. Την άξιζες.

Η καλύτερή μου χρονιά ωστόσο δεν ήταν η πρώτη μου αλλά η τρίτη μου. Εκείνη που μου έδωσε το εισιτήριο για μεταγραφή στο εξωτερικό.

Ήταν τρία χρόνια πολύ όμορφα στον Παναθηναϊκό. Δεν ψωνίστηκα ποτέ, δεν το έπαιξα ποτέ ιστορία ή ότι κάποιος είμαι. Δεν επαναπαύτηκα ποτέ, δεν έκατσα σε ό,τι είχα πετύχει.

Το μόνο πρόβλημα ήταν ότι μέχρι κάποια στιγμή όλα πήγαινα τόσο καλά για μένα, με αποτέλεσμα να μην έχω αισθανθεί ποτέ τι είναι αποτυχία. Και, όταν αργότερα αυτή ήρθε, ήταν δύσκολο.

Το βήμα στο εξωτερικό, οι πρώτες δυσκολίες

Είχα συζητήσει ήδη με τους ανθρώπους της ομάδας ότι είμαι ένα σημαντικό περιουσιακό στοιχείο του συλλόγου και ότι, αν κάποια στιγμή έρθει μια καλή πρόταση που θα ικανοποιήσει και τον σύλλογο και εμένα, δεν είναι αρνητικοί να κάνω το επόμενο βήμα.

Ο Παναθηναϊκός ήταν έτσι κι αλλιώς σε μια μεταβατική περίοδο διοικητικά. Στη χειμερινή μεταγραφική περίοδο έχει κάνει μια πρόταση η Γιουβέντους, την οποία όμως η ομάδα δεν έχει δεχτεί. Αφενός γιατί δεν την ικανοποιεί οικονομικά και αφετέρου επειδή ήδη είχαν φύγει μέσα στον Γενάρη αρκετοί παίκτες.

Έχω κρατήσει από τότε αυτό το χαρτί της προσφοράς, το έχω σε ένα συρτάρι στο σπίτι ως ενθύμιο. Η αλήθεια είναι πως ούτε εγώ ήθελα να φύγω μέσα στη σεζόν, ήθελα να ολοκληρώσω την χρονιά, γιατί έπαιζα καλά.

Το καλοκαίρι έρχονται οι άνθρωποι της Σάντερλαντ στην Ελλάδα. Μου λένε το πλάνο τους, ότι με υπολογίζουν για βασικό και ότι θα κάνουν πρόταση στον Παναθηναϊκό. Η πρόταση είναι όντως καλή για τα δεδομένα της εποχής, 3 εκατ. ευρώ για ένα παιδί 19 ετών. Νιώθω έτοιμος να κάνω το επόμενο βήμα. Πιστεύω σε μένα, πιστεύω ότι μπορώ.

Πηγαίνοντας εκεί, παίζω αμέσως, παρότι δεν είχα κάνει ολόκληρη προετοιμασία. Κάποια ματς αλλαγή, κάποια, όπως με την Άρσεναλ, βασικός.

Το επίπεδο είναι πράγματι πολύ υψηλό, αλλά βλέπω ότι με σκληρή δουλειά μπορώ να ανταποκριθώ.

Η Σάντερλαντ όμως είναι μια μικρομεσαία ομάδα, η οποία δεν κάνει καλό ξεκίνημα. Μετά τα πρώτα ματς στα οποία δεν έχουμε πετύχει κάποια νίκη, ο Ντι Κάνιο, ο οποίος είναι προπονητής και του οποίου αποτελώ επιλογή, φεύγει.

Έρχεται ο Γκας Πογέτ και, παρότι είμαι στην αποστολή για τα ματς, δεν δείχνει να με υπολογίζει. Δεν με χρησιμοποιεί. Απογοητεύομαι. Είναι η πρώτη φορά που τα πράγματα δεν πάνε όπως τα θέλω.

Με επηρεάζει πολύ όλο αυτό και όχι μόνο αγωνιστικά. Κλείνομαι στον εαυτό μου. Νιώθω αδύναμος. Ευάλωτος. Όλο αυτό βγαίνει προς τα έξω. Ωστόσο, με πεισμώνει. Στην προπόνηση δίνω το 150% των δυνάμεών μου.

Ο Πογέτ με βάζει να παίξω πρώτη φορά μετά από μήνες. Τον Γενάρη, σε ένα παιχνίδι Κυπέλλου. Κερδίζουμε 1-0 με δικό μου γκολ. Μου λέει «μπράβο, περάσαμε χάρη σε σένα. Θα προσπαθήσω να σου δώσω ευκαιρία και στο επόμενο παιχνίδι Πρωταθλήματος». Όμως αυτό δεν έγινε ποτέ.

Τρεις εβδομάδες μετά παίζουμε ξανά Κύπελλο, στον επόμενο γύρο. «Είμαστε εδώ χάρη στο δικό σου γκολ, να είσαι έτοιμος», μου λέει. Πάλι μένω στον πάγκο. Καταλαβαίνω ότι τα πράγματα δυσκολεύουν, ότι δεν έχω μέλλον.

Το καλοκαίρι κάνουμε κάποιες συζητήσεις. Λέω στην ομάδα ότι, αν δεν με υπολογίζουν, ίσως είναι καλύτερα να φύγω. Προτάσεις υπάρχουν. Ο Τεχνικός Διευθυντής της Σάντερλαντ όμως είναι κάθετος. Με υπολογίζουν κανονικά, λέει, και θα πάρω ευκαιρίες. Αυτό όμως δεν γίνεται ποτέ.

Τον Γενάρη επιστρέφω δανεικός στον Παναθηναϊκό για να παίξω. Πάει καλά αυτό και συζητάμε μήπως μείνω στην ομάδα. Έρχεται όμως ο αποκλεισμός από την Γκαμπάλα στην Ευρώπη και τα ματς θα είναι λιγότερα.

Επιστρέφω με βαριά καρδιά για την τρίτη χρονιά του συμβολαίου μου στη Σάντερλαντ. Τον Γενάρη πάλι φεύγω, πάω δανεικός στη Φορτούνα Ντίσελντορφ και εκεί κάνω γεμάτη χρονιά μέχρι το καλοκαίρι.

Η ομάδα σώζεται στο τέλος. Οι Γερμανοί κάνουν πρόταση στη Σάντερλαντ για να με αγοράσουν. Τα χρήματα όμως που δίνουν είναι λιγότερα από την οψιόν αγοράς που έχει βάλει η ομάδα μου, η οποία απορρίπτει την πρόταση.

Μια σειρά κακών αποφάσεων

Εγώ όλες αυτές τις λεπτομέρειες τις έμαθα αργότερα κι έτσι δεν είχα την ευκαιρία να πιέσω από την πλευρά μου την ομάδα μου για να με δώσει.

Έτσι, έμεινα ξανά σε όλη την προετοιμασία στη Σάντερλαντ και στα τέλη Αυγούστου προκύπτει ενδιαφέρον από την Καρλσρούη, μόνο όμως αν μείνω ελεύθερος, γιατί δεν μπορεί να με αγοράσει.

Ξέρω το Πρωτάθλημα της Β’ Γερμανίας από τη θητεία μου στη Φορτούνα, έχουμε παίξει με την Καρλσρούη, είναι καλή ομάδα και, το εξάμηνο που ήμουν στη Γερμανία, διεκδίκησαν την άνοδο στην Bundesliga.

Τη θεωρώ καλή επιλογή λοιπόν, τους έχω δει να παίζουν. Τελικά η Σάντερλαντ, εφόσον δεν με υπολογίζει, με αφήνει ελεύθερο. Επί της ουσίας δηλαδή κάνει μια τρύπα στο νερό, γιατί δεν παίρνει ούτε ένα ευρώ, ενώ λίγο καιρό πριν η Φορτούνα τής έδινε ένα ποσό για να με αγοράσει.

Στην Καρλσρούη δυστυχώς πάλι δεν πάνε καλά τα πράγματα. Μπορεί να παίζω, αλλά η ομάδα δεν τραβάει. Αλλάζει προπονητές σαν τα πουκάμισα και τελικά υποβιβαζόμαστε. Όλο αυτό με επηρεάζει. Δεν θυμάμαι να έχω κάνει ένα καλό παιχνίδι, που να πω δηλαδή ότι είναι άξιο αναφοράς.

Ήταν μια μεταβατική περίοδος για μένα, γιατί από δεξί εξτρέμ έπαιξα για πρώτη φορά δεξί μπακ.

Αρχές Δεκεμβρίου απολύεται ο προπονητής, ο Τόμας Όραλ, και αναλαμβάνει για δύο ματς υπηρεσιακός ο Λούκας Κβάσνιοκ, ο οποίος είχε τότε τη Β’ ομάδα της Καρλσρούης και πρόσφατα ήταν στην Κολωνία.

Με αυτόν παίξαμε για πρώτη φορά 3-5-2 και αυτός με έβαλε να παίξω δεξιά, όλη την πλευρά. Αυτά ήταν και τα δύο καλύτερα παιχνίδια μου.

Όταν έρχεται ο επόμενος, ο Μίρκο Σλόμκα, παρότι παίζει 4-4-2 και η ομάδα έχει δύο δεξιά μπακ, βάζει εμένα βασικό. Τον Απρίλιο έφυγε και αυτός, ήρθε άλλος, γι’ αυτό και λέω ότι με τέσσερεις προπονητές μέσα σε μια σεζόν είναι δύσκολο να προσαρμοστείς και να παίξεις καλά.

Νωρίτερα απ’ όλα αυτά ωστόσο, στην καλοκαιρινή προετοιμασία της δεύτερης σεζόν μου στη Σάντερλαντ, και ο Πογέτ, χωρίς να το συζητήσουμε και πολύ, με έχει δοκιμάσει ως δεξί μπακ. Ίσως για να δει αν μπορώ, γιατί έβλεπε σε μένα κάποια χαρακτηριστικά.

Μου άρεσε το 3-5-2 που παίξαμε έστω και για λίγο στην Καρλσρούη. Πάντα ήμουν παίκτης γραμμής, με βασικό χαρακτηριστικό την ταχύτητα, ωστόσο ακόμα και ως εξτρέμ είχα στο μυαλό μου να γυρνάω πίσω και να βοηθάω το μπακ.

Το ποδόσφαιρο είχε αλλάξει σε σχέση με ό,τι ήξερα στον Παναθηναϊκό, δηλαδή ζητούσαν πια από τους εξτρέμ να παίζουν και λίγο πιο μέσα, να ζητάνε την μπάλα σαν χαφ, εγώ δεν ήμουν ποτέ τέτοιος παίκτης.

Οπότε αυτή η… αλλαγή θέσης δεν με πείραξε, ίσα-ίσα μου άρεσε.

Το καλοκαίρι η Καρλσρούη έχει υποβιβαστεί και εγώ δεν έχω κάνει καλή χρονιά. Είναι ένα δύσκολο καλοκαίρι. Δεν έχω επιλογές. Είχα κάνει κάποιες συζητήσεις με μικρομεσαίες ομάδες στην Ελλάδα για να επιστρέψω, αλλά δεν προχώρησαν.

Από ‘κεί που όλα μου πήγαιναν πρίμα, άρχισα να μπαίνω σε μια διαδικασία αμφιβολίας και αμφισβήτησης. Πρωτόγνωρο για μένα και δύσκολο να το διαχειριστώ όλο αυτό στην καθημερινότητά μου.

Είχε φτάσει 20 Ιουνίου και δεν είχα ξεκινήσει προετοιμασία, γιατί δεν είχα ομάδα. Ήμουν ελεύθερος κι έψαχνα. Ήμουν μόλις 23 ετών, είχα φυσικά ακόμη υψηλούς στόχους και όνειρα να πραγματοποιήσω. Δεν ένιωθα… μεγάλος, αλλά καταλάβαινα ότι με αντιμετώπιζαν σαν… μεγάλο, ενδεχομένως επειδή με έβλεπαν από 16 χρόνων.

Στο βιογραφικό μου σίγουρα η χρονιά της Καρλσρούης έκανε κακό.

Κάποια στιγμή προέκυψε η Ριέκα. Έτσι όπως ήταν τα δεδομένα εκείνη την στιγμή, το θεώρησα καλή επιλογή. Ήμασταν ήδη τέλος Αυγούστου.

Η ομάδα ήταν Πρωταθλήτρια, θα έπαιζε Ευρώπη και με ήθελε για δεξί μπακ, γιατί μόλις είχε πουλήσει τον βασικό της παίκτη σε αυτή τη θέση.

Η Κροατία έχει ένα Πρωτάθλημα που το “βλέπουν” οι Ευρωπαίοι, γιατί διαχρονικά βγάζει παίκτες και δίνει στα μεγάλα πρωταθλήματα. Οπότε το θέμα είναι να παίξεις.

Μετά από 20 μέρες εκεί έρχεται το πρώτο παιχνίδι. Παίζω βασικός και κερδίζουμε 6-0. Είμαι από τους καλύτερους παίκτες, αλλά δυστυχώς ξαναέπαιξα μετά από ενάμιση μήνα.

Κατάλαβα από την αρχή ότι, αν και μπήκα δυνατά, μάλλον δεν ήμουν επιλογή του προπονητή. Δεν με έβαζε ούτε αλλαγή. Έπαιξα λίγα ματς το πρώτο εξάμηνο και από ‘κεί και πέρα, αν και μου είπαν ότι με υπολόγιζαν, δεν έπαιξα ξανά ποτέ. Μόνο λόγια άκουγα, πράξεις δεν έβλεπα.

Το ίδιο, ίσως και δυσκολότερο, ήταν και το επόμενο καλοκαίρι. Πάλι δεν πάνε καλά τα πράγματα. Έψαχνα να βρω το επόμενο βήμα μου.

Η Χιμπέρνιαν βρέθηκε, απλώς επειδή οι μεταγραφές εκεί τελειώνουν πιο αργά. Πήγα για να μην χάσω το εξάμηνο. Για να πω ότι είμαι κάπου και κάνω προπονήσεις. Κι αν παίξω, έπαιξα. Πήγα με απώτερο στόχο να βρω κάτι καλύτερο τον Δεκέμβριο.

Δεν θα κατηγορήσω ποτέ κάποιον προπονητή για τις επιλογές του. Έχει να διαχειριστεί 25 ποδοσφαιριστές, διαφορετικές προσωπικότητες.

Δεν γίνεται όλοι να είναι ικανοποιημένοι. Ούτε νιώθω ότι εγώ είμαι το κέντρο του κόσμου. Δεν έχω πει ποτέ τη λέξη «αδικήθηκα», ούτε θα ψάξω για δικαιολογίες.

Η στήριξη στα δύσκολα και το νέο ξεκίνημα

Μην παίζοντας καλά ή μην παίζοντας καθόλου, κλείστηκα στον εαυτό μου. Απογοητεύτηκα. Η οικογένειά μου ήταν εκεί για μένα. Η γυναίκα μου και οι γονείς μου με στήριξαν πολύ.

Οι γονείς μου και η αδελφή μου από μακριά, από το τηλέφωνο. Ο πατέρας μου ειδικά είχε πάντα τον τρόπο του. Είναι ένας άνθρωπος που δεν κοιτάει ποτέ πίσω, μόνο μπροστά. Τα βλέπει όλα θετικά. Εγώ τα έβλεπα όλα μπερδεμένα και πολύπλοκα κι εκείνος μου τα έκανε απλά.

Η γυναίκα μου ήταν -και είναι ακόμη- πάντα δίπλα μου. Στα εύκολα και κυρίως στα δύσκολα. Είμαστε μαζί από 19 ετών, όταν ήμουν ακόμη παίκτης του Παναθηναϊκού.

Όταν πήγα στην Αγγλία, ερχόταν τακτικά, γιατί τότε σπούδαζε οικονομικά στην Πάντειο. Από την Καρλσρούη και μετά μένουμε μαζί.

Ξέρει τα πάντα, έχει ακούσει τα πάντα από μένα και μόνο εκείνη ξέρει πόσο με έχει βοηθήσει. Ξέρει τους στόχους μου, πόσο προσπαθώ, τα θέλω μου. Και στα δύσκολα με βοήθησε να μη σταματήσω ποτέ να προσπαθώ.

Όταν τα έβλεπα όλα μαύρα, μου έλεγε «είσαι πολύ μικρός, έχεις πολλά ακόμα να δώσεις, μην σταματάς να προσπαθείς». Πολλά πράγματα που συζητούσαμε τότε τα θυμάμαι τώρα και βλέπω ότι είχε δίκιο.

Στην Κροατία ήμασταν μαζί και μάλιστα τότε γεννήθηκε και ο γιος μου.

Μου είπε τότε «είμαστε μικροί, αλλά αποφασίσαμε να είμαστε μαζί και να δημιουργήσουμε την οικογένειά μας. Θέλω να κοιτάς την καριέρα σου, να είσαι αφοσιωμένος στο μέλλον σου κι εγώ είμαι εδώ για τα παιδιά μας». Είναι λοιπόν το στήριγμά μας, η κολόνα μας, αλλά κι εγώ βοηθάω με τα παιδιά όσο μπορώ από την πρώτη στιγμή.

Στο πλευρό μου ήταν πάντα και λίγοι καλοί φίλοι, όπως είναι ο Στέφανος Καπίνο. Είμαστε μαζί από παιδιά. Είναι ένας χαρακτήρας εντελώς διαφορετικός από εμένα. Με βοηθούσε πολύ, όταν μιλούσαμε, στο να διαχειρίζομαι τις δύσκολες καταστάσεις.

Ενώ είμαι στην Σκωτία, τον Δεκέμβριο δέχομαι ένα τηλεφώνημα από τον Γιάννη Αναστασίου, ο οποίος τότε είναι προπονητής στην Ομόνοια στην Κύπρο. Είναι ένας άνθρωπος που γνώριζα καλά από την επί σειρά ετών συνεργασία μας στον Παναθηναϊκό. Με ξέρει από 14 ετών!

Είναι ένας απαιτητικός προπονητής, όμως πιστεύει στους παίκτες του. Προσπαθεί με πολλούς τρόπους και πολλή κουβέντα να πάρει το καλύτερο από κάθε ποδοσφαιριστή.

Σε εμένα τότε έλειπε η αυτοπεποίθηση, δεν είχαν μείνει πολλοί άνθρωποι από τον χώρο του ποδοσφαίρου να πιστεύουν σε εμένα. Αυτό το τηλεφώνημα λοιπόν, τα λόγια που μου είπε, «πιστεύω σε σένα, μπορείς να κάνεις πράγματα», με έσπρωξαν προς τα πάνω.

Όλο αυτό το δύσκολο διάστημα δεν είχα ξεφύγει ούτε μια στιγμή από τον τρόπο ζωής και την πειθαρχία που απαιτεί η ζωή του επαγγελματία ποδοσφαιριστή.

Ειδικά τα καλοκαίρια ξυπνούσα στις 06:30 για να πάω για προπόνηση. Κάθε μέρα. Σκεφτόμουν ότι θα έρθει η στιγμή που θα πρέπει να μπω στο γήπεδο και να δείξω τι αξίζω. Να δείξω ποιος είμαι.

Στη Χιμπέρνιαν είχα παίξει μόνο δύο ματς μέχρι τον Δεκέμβριο και είχα όρο στο συμβόλαιο ότι, αν παίξω κάτω από τρία-τέσσερα ματς ως τότε, θα μπορώ να λύσω το συμβόλαιό μου.

Έτσι έγινε, για να πάω στην Ομόνοια. Εκεί ξαναβρήκα μετά από χρόνια και τον Λουκά Βύντρα. Η αφοσίωσή του στην προπόνηση, ο τρόπος που δουλεύει και δίνει πάνω από το 100%, ο χαρακτήρας του, όλα είναι για μένα παράδειγμα προς μίμηση. Δίνει ώθηση στα νέα παιδιά, τον βλέπεις και βρίσκεις τη δύναμη να συνεχίσεις.

Στην Ομόνοια άρχισα να βρίσκω και πάλι τα πατήματά μου, τον ρυθμό μου, τον εαυτό μου. Αρχικά, δεν είχα τηΝ σταθερότητα που έπρεπε, αλλά είχα στιγμές που με βοήθησαν πάρα πολύ να ανέβω.

Το πρώτο εξάμηνο έπαιξα και δεξί μπακ, γιατί ο κόουτς είχε δει ότι μπορώ να το κάνω, αλλά και πολλές φορές ως εξτρέμ.

Το καλοκαίρι δυστυχώς, φεύγει ο Γιάννης Αναστασίου και έρχεται ο Νορβηγός Χένινγκ Μπεργκ, ο οποίος έμεινε τρία χρόνια και από το 2025 κάνει και δεύτερη θητεία στην Ομόνοια.

Ο πρώτος χρόνος με τον νέο προπονητή ήταν πραγματικά το πιο κομβικό σημείο στην επιστροφή μου. Στην αναγέννησή μου.

Είχαμε καλή ομάδα, παίξαμε καλό ποδόσφαιρο με επιθετικό προσανατολισμό κι εγώ αγωνίστηκα μόνο ως δεξί μπακ. Καθιερώθηκα εκεί. Ήμασταν πρώτοι στη βαθμολογία αλλά λόγω covid η σεζόν δεν ολοκληρώθηκε.

Την επόμενη σεζόν η ομάδα μετά από σχεδόν δέκα χρόνια πήρε ξανά το Πρωτάθλημα στην Κύπρο.

Ήταν η χρονιά που γεννήθηκε και η κόρη μου, το δεύτερο παιδί της οικογένειάς μας. Όλο αυτό με βοήθησε ως άνθρωπο αλλά και ως ποδοσφαιριστή να αντλήσω δύναμη και να πιστέψω πιο πολύ στον εαυτό μου. Να συνειδητοποιήσω ότι έχω πλέον επιστρέψει και θα καταφέρω πράγματα.

Μετά από δυόμισι χρόνια στην Ομόνοια, το καλοκαίρι του 2021, μετακομίζω στον Απόλλωνα Λεμεσού, ως Πρωταθλητής πια. Είναι μια ομάδα που δεν είχε πολλές επιτυχίες τα προηγούμενα χρόνια, αλλά τη δεδομένη χρονική στιγμή είχε χτιστεί για να πετύχει.

Παίζαμε ωραίο και επιθετικό ποδόσφαιρο και τελικά πήραμε το Πρωτάθλημα, μετά από περίπου 15 χρόνια.

Δύο σερί Πρωταθλήματα για μένα με δύο διαφορετικές ομάδες με έκαναν να πιστέψω ακόμα περισσότερο στον εαυτό μου. Κατάλαβα ότι όλα θέλουν πολλή δουλειά και πολλή υπομονή, ειδικά σε ένα περιβάλλον τόσο απρόβλεπτο όπως είναι το ποδόσφαιρο.

Μείναμε περίπου πέντε χρόνια στην Κύπρο. Οι αναμνήσεις που έχω είναι οι καλύτερες. Κάναμε φίλους και παρέες εκεί, τις οποίες ακόμη κρατάμε, γι’ αυτό και κάθε καλοκαίρι επιστρέφουμε για διακοπές αλλά και για να τους συναντήσουμε.

Η επιστροφή στην Ελλάδα, η οικογενειακή ζωή, το μέλλον

Μετά τη δεύτερη χρονιά στον Απόλλωνα Λεμεσού, ήταν ένα μεγάλο καλοκαίρι για μένα. Είχα συζητήσεις με ομάδες τόσο από την Ελλάδα όσο και από το εξωτερικό, αλλά δεν είχε καρποφορήσει κάτι.

Κάπου στα τέλη Αυγούστου προκύπτει το ενδιαφέρον από τον Παναιτωλικό. Τότε ήταν στην ομάδα και ο Στέφανος Καπίνο και ο Νίκος Καρέλης, με τον οποίον είμαστε και κουμπάροι.

Τεχνικός Διευθυντής τότε ήταν ο Μάκης Μπελεβώνης και η πρώτη κουβέντα μαζί του ήταν πολύ θετική. Αφού μου παρουσίασε το πλάνο της ομάδας, μου είπε αυτό που θέλει να ακούσει κάθε ποδοσφαιριστής, ότι πιστεύει σε μένα.

Μιλώντας και με τον Στέφανο και με τον Νίκο, αποφάσισα ότι είναι μια πολύ καλή επιλογή για μένα και την οικογένειά μου. Ειδικά στο αγωνιστικό κομμάτι, ώστε να ξανασυστηθώ ως δεξί μπακ στον κόσμο, ο οποίος με θυμόταν αλλιώς.

Στέριωσα στον Παναιτωλικό. Είμαι και κοντά στη Ζάκυνθο, το νησί μου. Τα παιδιά μου είναι πιο μεγάλα πλέον και καταλαβαίνουν. Είναι απίστευτο συναίσθημα, είναι μεγάλη η χαρά να τελειώνει ο αγώνας, να γυρνάς το βλέμμα σου στην κερκίδα και να βλέπεις τα παιδιά σου να σου χαμογελάνε. Ακόμα κι αν έχεις χάσει το ματς, αυτό σου γαληνεύει την ψυχή.

Ο μεγάλος μάλιστα, επειδή παίζει και ποδόσφαιρο σε μια τοπική ακαδημία στο Αγρίνιο, έχει αρχίσει να αποκτά και κριτική σκέψη. Γυρνάμε σπίτι και συζητάμε τις φάσεις. Θα μου πει «ρε μπαμπά, γιατί σε αυτή τη φάση έκανες τη σέντρα χαμηλά;» ή «γιατί στην άλλη φάση οδήγησες τον αντίπαλο προς τα μέσα, αντί να τον πας στην γραμμή;». Ομολογώ ότι μου αρέσει πολύ όλο αυτό, αυτή η διαδικασία, ίσως γιατί μου θυμίζει εμένα μικρό με τον δικό μου πατέρα.

Νιώθω πολύ καλά σωματικά και αυτό είναι το σημαντικότερο για μένα. Βλέπω ότι ακόμη μπορώ να κάνω πράγματα όπως τα θέλω, σε μια θέση -του δεξιού μπακ- που απαιτεί πολλή ενέργεια.

Ξέρω ότι κάποια στιγμή το σώμα μου δεν θα ανταποκρίνεται το ίδιο. Κι επειδή έχω μάθει να βλέπω το ποδόσφαιρο επαγγελματικά και από την πλευρά μου αλλά και από τις ομάδες που έχω βρεθεί ως τώρα, νομίζω ότι θα παίζω, όσο θα νιώθω εγώ καλά.

Είχα ακούσει τον Κώστα Σλούκα κάποια στιγμή να λέει ότι θα παίζει, μέχρι να νιώθει ότι κάνει αυτά που θέλει καλά. Με εκφράζει απόλυτα αυτό. Όταν αντιληφθώ ότι δεν μπορώ να παίζω όπως θέλω, θα σταματήσω.

Είναι και ο χαρακτήρας μου τέτοιος. Θέλω λοιπόν να μείνω σε υψηλό επίπεδο όσο περισσότερο μπορώ. Να διατηρήσω τη φυσική μου κατάσταση στα επίπεδα που θέλω και να έχω την ενέργεια που χρειάζομαι.

Μετά την οικογένειά μου, το ποδόσφαιρο είναι όλη μου η ζωή και θα κάνω τα πάντα για να μείνω όσο περισσότερο μπορώ.

Όταν θα έρθει η ώρα να σταματήσω, δεν θα ήθελα να συνεχίσω στον χώρο. Όταν αποσυρθώ, θα ήθελα να κάνω κάτι διαφορετικό και έξω από το ποδόσφαιρο. Έτσι το έχω στο μυαλό μου.

Σίγουρα θέλω να ασχοληθώ με την οικογένειά μου, γιατί, τα χρόνια που αγωνίζομαι, δεν το έχω κάνει στον βαθμό που θα ήθελα.

Έχω δοθεί πολύ στο ποδόσφαιρο, παίζω από μικρό παιδί. Δεν θα ήθελα να γίνω προπονητής ή Τεχνικός Διευθυντής. Ίσως το μόνο που θα μου κινούσε το ενδιαφέρον, βλέποντας τον γιο μου να μεγαλώνει, θα ήταν να γίνω προπονητής σε μικρά παιδιά.

Θαυμάζω πάντως τους ανθρώπους που είναι επιτυχημένοι ποδοσφαιριστές και μετά γίνονται και πετυχημένοι προπονητές. Και τους θυμάται ο κόσμος και με τις δύο ιδιότητες. Απαιτεί σκληρή δουλειά αυτό. Και θέλει και κότσια. Είναι στον χαρακτήρα του καθενός.

Τη δεδομένη στιγμή πάντως θέλω και εγώ ο ίδιος αλλά και οι άλλοι να θυμόμαστε τον εαυτό μου ως ποδοσφαιριστή.

www.athletestories.gr