ÐÑÏÅÔÏÉÌÁÓÉÁ ÔÏÕ ÐÁÏÊ ÓÔÇÍ ÏËËÁÍÄÉÁ / ÐÑÏÐÏÍÇÓÇ ÔÏÕ ÐÁÏÊ (ÖÙÔÏÃÑÁÖÉÁ: KOSTAS VILLA / EUROKINISSI)

Ρόδος, Αγρίνιο, Θεσσαλονίκη, Φαμαλικάο, Τζόρτζια και αργότερα, ποιος ξέρει πού αλλού. Ο Ενέα Μιχάι έχει γυρίσει τον κόσμο φορώντας ένα ζευγάρι ποδοσφαιρικά παπούτσια και συνεχίζει να γράφει χιλιόμετρα, παίζοντας πλέον στις ΗΠΑ και το MLS με τη φανέλα της Ατλάντα Γιουνάιτεντ.

Λίγους μήνες πριν κλείσει τα 28 του χρόνια, ο άλλοτε αμυντικός του ΠΑΟΚ και του Παναιτωλικού αγωνίζεται υπό τις οδηγίες του Τάτα Μαρτίνο, που έχει περάσει από Μπαρτσελόνα και εθνική Αργεντινής, μετρώντας συνεχόμενες γεμάτες χρονιές σε υψηλό επίπεδο από τότε που έφυγε από την Ελλάδα.

Από τα πρώτα του βήματα στα Δωδεκάνησα, στη μετακόμιση στην άλλη άκρη της Ελλάδας για να εκπληρώσει το όνειρό του και από εκεί στον νταμπλούχο και αήττητο πρωταθλητή Ελλάδας, με τρεις διαφορετικούς προπονητές. Από την Primeira Liga κόντρα στην Μπενφίκα και την Πόρτο, στην άλλη άκρη του Ατλαντικού ωκεανού, στην ίδια λίγκα με τον Λιονέλ Μέσι, τον οποίο προτιμά από τον Κριστιάνο Ρονάλντο. Ο Ενέα Μιχάι ανοίγει την καρδιά του στο Gazzetta για το παρελθόν, το παρόν αλλά και το μέλλον…

«Ανυπομονώ να αντιμετωπίσω τον Μέσι, τιμή να με προπονεί ο Μαρτίνο»

Όταν ξεκίνησε η συζήτηση, στην Ελλάδα περιμέναμε τη σέντρα στα πρώτα ματς για τα προημιτελικά του Champions League, όμως εκεί ήταν μέρα μεσημέρι και ο Μιχάι είχε γυρίσει μόλις από την προπόνηση. Το περασμένο καλοκαίρι πήρε τη μεγάλη απόφαση να αλλάξει παραστάσεις και… ήπειρο, αποδεχόμενος την πρόταση της Ατλάντα Γιουνάιτεντ. Όπως είπε, ξεκινώντας να αφηγείται την ιστορία της ζωής του από την ανάποδη, «η αλήθεια είναι ότι ήταν μια μεγάλη αλλαγή για μένα. Από την Ευρώπη και την Πορτογαλία, ήρθα σε ένα εντελώς διαφορετικό πρωτάθλημα, που έχει τις ιδιαιτερότητές του. Για παράδειγμα, δεν υποβιβάζεται καμία ομάδα, οπότε αυτό αλλάζει αυτόματα και τον τρόπο παιχνιδιού.

Όλες οι ομάδες προσπαθούν να επιτεθούν, να σκοράρουν και να κερδίσουν. Δεν είναι ότι δεν τους ενδιαφέρει η άμυνα, απλά όταν δεχτείς ένα γκολ και ξέρεις ότι ακόμα κι αν δεχτείς δεύτερο και να χάσεις δεν πειράζει γιατί δεν πέφτεις κατηγορία, είναι λίγο πιο ελεύθερος ο τρόπος παιχνιδιού. Αυτή είναι μια διαφορά στο πρωτάθλημα, η ένταση είναι διαφορετική, τόσο σε σχέση με την Ελλάδα όσο και με την Πορτογαλία. Ακόμα και τα νούμερα στα GPS δείχνουν πολύ υψηλότερες ταχύτητες. Υπάρχει πολλή μετάβαση από επίθεση σε άμυνα και το αντίστροφο.

Γενικά είναι ένα ανταγωνιστικό πρωτάθλημα, που για τους αμυντικούς ίσως δεν είναι το πιο βολικό, γιατί υπάρχουν ανοιχτοί χώροι. Από την άλλη, εγώ το βλέπω σαν κίνητρο, όλα αυτά που αντιμετωπίζω εδώ σε ένα διαφορετικό πρωτάθλημα θεωρώ πως θα είναι πιο εύκολο να το διαχειριστώ, το να βρίσκεσαι συνέχεια σε καταστάσεις 1v1 ή να αμύνεσαι 2v3, θεωρώ ότι θα με βοηθήσει περισσότερο στο μέλλον.

Είχα και άλλες επιλογές η αλήθεια είναι πριν αποφασίσω να έρθω εδώ, τα τελευταία χρόνια έψαξα να δω τι γίνεται στο MLS, υπάρχει τεράστια εξέλιξη, βλέπω και τους παίκτες που έρχονται. Πέρα από τον Μέσι, υπάρχουν κι άλλοι ποδοσφαιριστές υψηλού επιπέδου, και σε καλές ηλικίες, που αποφασίζουν πλέον να έρθουν εδώ. Είναι και τα γήπεδα. Κάθε ομάδα έχει γήπεδο με τουλάχιστον 30.000 θέσεις, εντυπωσιακά γήπεδα, τρομερά προπονητικά κέντρα, όλα αυτά μόνο να σε εξελίξουν μπορούν.

Πριν έρθω έβλεπα αγώνες στο Apple TV για να καταλάβω λίγο το πρωτάθλημα και έλεγα τι επίπεδο είναι αυτό, πάνε πολύ αργά. Δεν ξέρω, κάτι με την κάμερα να είναι; Δεν μπορώ να καταλάβω, στην Πορτογαλία, σε δύσκολα ματς όπως με την Μπενφίκα έκανες πχ 500 μέτρα high speed running, 100 μέτρα sprint distance. Εδώ αυτό είναι το πιο εύκολο παιχνίδι που θα κάνεις, στο τελευταίο ματς είχα 300 μέτρα sprint distance και 800-900 high speed running, υπάρχουν ανοιχτοί χώροι και πολύ ποιοτικοί παίκτες, ειδικά μπροστά είναι πολύ ποιοτικοί.

 

Από την Πορτογαλία για να πάω στο MLS, είχα μιλήσει με τον Γιακουμάκη όταν ενδιαφέρθηκε η Ατλάντα Γιουνάιτεντ, η αλήθεια είναι πως υπήρχε πρόταση και από μία άλλη ομάδα του MLS αλλά μίλησα μαζί του και μου είπε πραγματικά τα καλύτερα, πράγματα που με εντυπωσίασαν. Μου είχε πει ότι είχε παίξει στο Μπερναμπέου με τη Ρεάλ Μαδρίτης αλλά γήπεδο σαν της Γιουνάιτεντ δεν είχε δει»!

Μιλώντας από την Ατλάντα, ο Μιχάι παραδέχεται ότι η απόσταση από την Ελλάδα είναι σημαντική, όμως την ίδια ώρα, έχει συναντήσει μία όμορφη πόλη και ακόμα καλύτερους ανθρώπους, εξηγώντας ότι «η ζωή είναι διαφορετική, έχει τις δυσκολίες της, δεν μπορώ να το κρύψω. Η απόσταση είναι μεγάλη και δεν είναι εύκολο για τους συγγενείς να έρθουν εδώ. Ευτυχώς είμαι εδώ με την οικογένειά μου, τη γυναίκα μου και το παιδί μου, που είναι 18 μηνών.

Η Ατλάντα είναι μια πόλη που ευτυχώς έχει πολύ πράσινο και πολλά πάρκα, οπότε υπάρχουν αρκετά πράγματα να κάνεις. Έχει τον ζωολογικό κήπο και το ενυδρείο, που είναι από τα καλύτερα στον κόσμο. Ο κόσμος είναι πολύ φιλικός, άλλοι δεν το περίμεναν αυτό. Εδώ στη γειτονιά μπορεί και να σε χαιρετήσει κάποιος που δεν γνωρίζεις. Είναι πολύ καλά, είμαι χαρούμενος».

Ακόμα πάντως, δεν έχει καταφέρει να δει κάποια από τις άλλες ομάδες της περιοχής. «Ακόμα δυστυχώς δεν έχω πάει, ήθελα να πάω όταν έπαιζαν οι Ατλάντα Χοκς με την ομάδα του Γιάννη Αντετοκούνμπο αλλά μόλις είχε ξεκινήσει η προετοιμασία και φύγαμε για Μαϊάμι. Έχει διάφορα να δεις εννοείται αλλά αυτό που θέλω να δω είναι το ΝΒΑ, πιστεύω πολύ σύντομα θα πάω. Στο Μουντιάλ θα έχει διακοπή αλλά θα γυρίσω μετά τα προημιτελικά και σίγουρα θα πάω, έχει φροντίσει η ομάδα να έχουμε προσκλήσεις», εξήγησε.

Όσο για την ομάδα του, μπορεί να μην έχει πραγματοποιήσει ιδανικό ξεκίνημα στη σεζόν, ωστόσο υπάρχει ακόμα πολύς χρόνος και η επιστροφή του Τάτα Μαρτίνο, ο οποίος είχε οδηγήσει τους Five Stripes στο τίτλο το 2018, έφερε αισιοδοξία. «Ο Μαρτίνο είναι ένας σπουδαίος προπονητής. Για μένα είναι τιμή να με προπονεί ένας άνθρωπος με τη δική του εμπειρία και το δικό του βιογραφικό. Προσπαθώ καθημερινά να είμαι συγκεντρωμένος σε όσα λέει.

Πέρα από τις τακτικές του γνώσεις, θεωρώ ότι το μεγαλύτερο πλεονέκτημα που έχει είναι η συνεργασία και η επικοινωνία που έχει με τους παίκτες. Θεωρώ πως αυτό είναι ένα μεγάλο πλεονέκτημα για έναν προπονητή. Όταν κερδίζεις τον παίκτη, τον κάνεις αυτόματα να θέλει να θυσιαστεί για σένα. Είναι πραγματικά μεγάλη μου χαρά και ελπίζω ότι η συνέχεια θα είναι καλύτερη γιατί η αλήθεια είναι πως δεν έχουμε κάνει καλή αρχή στο πρωτάθλημα αλλά θεωρώ ότι έχουμε όλα τα εφόδια για να τα καταφέρουμε», ανέφερε ο διεθνής αμυντικός.

Την ίδια ώρα, με την Ίντερ Μαϊάμι να βρίσκεται στην ίδια περιφέρεια με τη Γιουνάιτεντ, ο Μιχάι αδημονεί να αντιμετωπίσει τον Λιονέλ Μέσι, λέγοντας πως «με τον Μέσι δυστυχώς δεν έχω παίξει ακόμα αντίπαλος, πέρυσι είχαμε ένα αναβληθέν ματς με την Ίντερ Μαϊάμι μα ήμουν με την εθνική, αλλά ανυπομονώ. Για μένα είναι ο κορυφαίος όλων των εποχών, αυτόν έχω ζήσει. Με απόλυτο σεβασμό στον Ρονάλντο, θεωρώ ότι ο Μέσι είναι κάτι διαφορετικό».

«Κάναμε πλάκα για ΠΑΟΚ και ΑΕΚ με τον Σιμόες»

Πολύ πριν αποφασίσει να γίνει κάτοικος ΗΠΑ και συγκεκριμένα τρία χρόνια πριν, ο Μιχάι είχε ξενιτευτεί για πρώτη φορά, αφήνοντας τον ΠΑΟΚ για την Πορτογαλία και τη Φαμαλικάο. Μια ομάδα που είχε επιστρέψει μόλις το 2019 στην Primeira Liga μετά από 2,5 δεκαετίες και έδωσε την ευκαιρία στον νεαρό τότε στόπερ να βρει τον χρόνο συμμετοχής που έψαχνε, δοκιμαζόμενος παράλληλα σε ένα πρωτάθλημα υψηλότερου επιπέδου.

Με δικά του λόγια, «πριν την Πορτογαλία υπήρχε μια άλλη πρόταση από μία πολύ καλή ομάδα, τη Φερεντσβάρος, για τους δικούς μου λόγους δεν ήθελα να πάω σε εκείνο το πρωτάθλημα. Η ομάδα έπαιζε Ευρώπη αλλά δεν ήθελα να έχω 5-6 ματς σε υψηλό επίπεδο τον χρόνο οπότε αποφάσισα να πάω στην Πορτογαλία. Είχα πάει με μεταγραφή και ο ΠΑΟΚ είχε κρατήσει ένα υψηλό ποσοστό μεταπώλησης.

Βοήθησε τότε πολύ ο Ζοσέ Μπότο που ήταν τεχνικός διευθυντής. Ήταν κάτι που ήθελα να κάνω και όταν βρέθηκε η ομάδα, μου είπαν και για το πρότζεκτ, αποφάσισα να πάω. Μια ομάδα ανερχόμενη στην Πορτογαλία, και φέτος κάνει καλή χρονιά, της λείπουν κάποια πράγματα, όπως ένα καλύτερο γήπεδο, είναι ομάδα που βασίζεται σε νεαρούς ποδοσφαιριστές και αυτό καμιά φορά το πληρώνεις αλλά θεωρώ πως αν όχι φέτος, τα επόμενα χρόνια θα βγει και Ευρώπη. Είναι μια ομάδα πολύ καλή για έναν νέο ποδοσφαιριστή που θέλει να πάρει παιχνίδια και να εξελιχτεί».

Με την Πορτογαλία έκτη στη βαθμολογία της UEFA, ήταν σαφές πως ο Μιχάι θα έβρισκε μπροστά του μία λίγα πιο απαιτητική. Ερωτηθείς για τη διαφορά επιπέδου με τη Stoiximan Super League, εξήγησε πως «ανώτερο είναι το πορτογαλικό αλλά υπό ποια έννοια. Στην Ελλάδα, τουλάχιστον όταν ήμουν εγώ, υπάρχει ένα πρόβλημα, όταν μια μικρή ομάδα παίζει με μια μεγαλύτερη, οι περισσότερες από αυτές δεν θέλουν να παίξουν, κλείνονται, εσύ πρέπει συνέχεια να επιτίθεσαι απέναντι σε μια ομάδα που έχει έντεκα παίκτες πίσω από την μπάλα. Δεν είναι παιχνίδι, είναι πόλεμος, ποιος θα κάνει τα λιγότερα λάθη, πολλές μεγάλες μπαλιές, πολλές μονομαχίες, δεν υπάρχει τόσο ρίσκο στο παιχνίδι. Η διαφορά στην Πορτογαλία είναι αυτή, όλες οι ομάδες προσπαθούν να παίξουν, κι εμείς παίζαμε με μεγάλες ομάδες, προσπαθούσαμε να παίξουμε. Ακόμα κι όταν χάναμε, κάποιες φορές με βαριά σκορ, αυτό το πράγμα είναι κάτι που σε εξελίσσει, αντιμετωπίζεις με διαφορετικό τρόπο το παιχνίδι, πολλοί παίκτες πήγαιναν στο 1v1, που δεν το έβλεπες στην Ελλάδα.

Το πρόβλημα στην Πορτογαλία, όπως και στην Ελλάδα, είναι ότι πολλές ομάδες δεν έχουν καλό γήπεδο ή πολύ κόσμο οπότε δεν νιώθεις πραγματικά ποδοσφαιριστής. Οπότε υπάρχει διαφορά ανάμεσα στο πορτογαλικό και το ελληνικό πρωτάθλημα αλλά δεν είναι χαοτική. Το πορτογαλικό πρωτάθλημα ταιριάζει στους παίκτες από τη Σούπερ Λίγκα γιατί έχει τακτική, ούτως ή άλλως οι Πορτογάλοι προπονητές φημίζονται γι’ αυτό. Οι Έλληνες παίκτες έχουν τακτική γνώση και ποιότητα και μπορούν να παίξουν σε αυτό το πρωτάθλημα, θεωρώ ότι είναι 1-2 ταχύτητες πάνω από το ελληνικό αλλά σε βαθμό που ένας Έλληνας ποδοσφαιριστής ή παίκτης που έχει περάσει από την Ελλάδα μπορεί να ανταπεξέλθει και ταυτόχρονα να εξελιχτεί».

Πριν υπογράψει στη Φαμαλικάο, με την οποία θα μετρούσε 82 συμμετοχές μεταξύ 2022 και 2025, ο νυν ποδοσφαιριστής της Ατλάντα Γιουνάιτεντ είχε συμβουλευτεί συμπαίκτες του στον ΠΑΟΚ. Όπως είπε, «είχαμε πολλούς Πορτογάλους τότε στον ΠΑΟΚ, είχα μιλήσει με τον Βιεϊρίνια και με τον Νέλσον Ολιβέιρα γιατί είναι από εκεί, ή αυτός ή η γυναίκα του και μου είχε πει τα καλύτερα για τη Φαμαλικάο.

Στη Φαμαλικάο έπαιξα με τον Σιμόες, κάναμε πλάκα για την κόντρα ΑΕΚ-ΠΑΟΚ. Όταν είσαι στην ίδια ομάδα τα ξεχνάς όλα, είναι τελείως διαφορετικό το κλίμα, κάναμε πλάκα, μιλούσαμε για τη Σούπερ Λίγκα γιατί και εκείνος παρακολουθούσε τι γινόταν». Με την κουβέντα να πηγαίνει στη Σούπερ Λίγκα, ο 27χρονος αμυντικός εξήγησε ότι προσπαθεί να παρακολουθεί όσα συμβαίνουν παρά τη διαφορά ώρας, ενώ έκανε και την πρόβλεψή του για το φετινό πρωτάθλημα.

«Προσπαθώ να παρακολουθώ απλά κάποιες φορές είναι πιο δύσκολο με τη διαφορά ώρας. Έχει εξελιχτεί το πρωτάθλημα και αυτό είναι πολύ θετικό, πολλές ομάδες διεκδικούν το πρωτάθλημα υπάρχουν και ωραίες εκπλήξεις όπως ο Λεβαδειακός φέτος.

Πριν ξεκινήσουν τα playoffs δεν έβλεπα την ΑΕΚ ως φαβορί, όχι ότι δεν ήταν καλή, αλλά θεωρούσα ότι ΠΑΟΚ και Ολυμπιακός έχουν πιο γεμάτο ρόστερ. Αυτή τη στιγμή όμως, σίγουρα υπάρχει χρόνος, αλλά η ΑΕΚ είναι το φαβορί. Αν την επόμενη αγωνιστική νικήσει τον ΠΑΟΚ εντός έδρας, θα είναι πρωταθλήτρια, δεν υπάρχει περίπτωση να μην γίνει μετά. Αλλά ακόμα θεωρώ ότι και ο Ολυμπιακός και ο ΠΑΟΚ είναι στη διεκδίκηση», ανέφερε, πριν μιλήσει για το μέλλον του και μία ενδεχόμενη επιστροφή:

«Στην Ελλάδα θα ζήσω όταν αποσυρθώ, αυτή τη στιγμή δεν είναι στο μυαλό μου να γυρίσω, το καλοκαίρι πριν έρθω στο MLS που ήμουν ελεύθερος υπήρχαν συζητήσεις με μία ομάδα του big-4 αλλά αποφάσισα να συνεχίσω στο εξωτερικό γιατί θεωρούσα και θεωρώ πως αυτή τη στιγμή θα με εξελίξει περισσότερο. Αν είναι να επιστρέψω, το μόνο σίγουρο είναι ότι θέλω να το κάνω σε μια ηλικία ανταγωνιστική και που θα έρθω και θα δείξω πράγματα που ίσως τις τελευταίες μου χρονιές στην Ελλάδα δεν κατάφερα να δείξω όσα θα ήθελα. Με εμπειρία και άλλες παραστάσεις νιώθω πολύ πιο έτοιμος αλλά θεωρώ ότι σίγουρα θα ολοκληρώσω το συμβόλαιό μου εδώ και μετά θα κοιτάξω».

«Ένα παιδί που τρία χρόνια πριν έπαιζε στο τοπικό, βρέθηκε στη Σούπερ Λίγκα»

Γυρνώντας όλο και πιο πίσω, αποφασίστηκε να πάμε εκεί όπου ξεκίνησαν όλα. Τα πρώτα βήματα με μια μπάλα στα πόδια και φυσικά τον Παναιτωλικό, όπου ο Μιχάι ανδρώθηκε ποδοσφαιρικά. Όπως είπε, «έχει γίνει ένα μπέρδεμα, πολλοί λένε ότι γεννήθηκα στην Ελλάδα αλλά η αλήθεια είναι πως γεννήθηκα στην Αλβανία, απλά ήρθα στην Ελλάδα πολύ μικρός, ενός, ενάμιση έτους, αρχικά στη Χαλκιδική. Μετά πήγαμε στη Ρόδο, οι γονείς μου μένουν ακόμα εκεί, πήγαμε εκεί λόγω δουλειάς, είχαμε κάποιους συγγενείς και είπαν στους δικούς μου πως είναι καλύτερα και πήγαμε εκεί. Έχω μία αδερφή τρία χρόνια μεγαλύτερη, στην οικογένειά μου κανείς άλλος δεν είχε σχέση με το ποδόσφαιρο.

Πρώτα έπαιξα σε μία ομάδα στην Ιαλυσό, κοντά στο σπίτι μου, μετά πήγα στην ακαδημία Ιππότες που είχε συνεργασία με τον Ολυμπιακό στην Αθήνα. Μετά ήρθε ο Διαγόρας, όπου έφτασα στην πρώτη ομάδα στα 15 μου χρόνια και έπαιξα κάποια παιχνίδια στο Α’ τοπικό τότε. Τότε ήμουν στη Μικτή Δωδεκανήσου, μου ζήτησαν να πάω για δοκιμαστικά σε Ολυμπιακό και ΑΕΚ αλλά δεν προχώρησε. Στον Ολυμπιακό μου είχαν ζητήσει να πάω και δεύτερη φορά αλλά υπήρξε ένα οικογενειακό θέμα, με τον πατέρα μου, και δεν μπόρεσα να πάω.

Μέσω ενός πρώην ποδοσφαιριστή του Παναιτωλικού και της κ. Άννας που είναι γνωστή φίλαθλος του Παναιτωλικού και με βοήθησε πάρα πολύ, ζητήθηκε από τον τότε υπεύθυνο ακαδημιών αν μπορούμε να κάνουμε δοκιμή. Πήγα με δικά μου έξοδα να με δουν, έμεινα μία εβδομάδα στους ξενώνες, πήγα άλλη μία φορά μετά, υπήρξε μία δυσκολία με τον Διαγόρα και το δελτίο μου αλλά εντέλει καταφέραμε την τελευταία μέρα των μεταγραφών να πάω στον Παναιτωλικό».

Κάπως έτσι σε ηλικία 15 ετών, ο Μιχάι βρέθηκε μακριά από το σπίτι του στη Ρόδο σε ένα νέο περιβάλλον, το οποίο όμως του έδινε την ευκαιρία να κάνει το όνειρό του πραγματικότητα. Με δικά του λόγια, «μετά εκεί όλα έγιναν πολύ γρήγορα, την επόμενη χρονιά υπέγραψα επαγγελματικό συμβόλαιο. Από το σπίτι μου έφυγα στα 15 μου χρόνια, δεν ήταν εύκολο όσον αφορά σε πρακτικά ζητήματα, συναισθηματικά μου ήταν εύκολο, σε εισαγωγικά, γιατί ήμουν πολύ αφοσιωμένος.

Όποτε πηγαίνω στο νησί προσπαθώ να έχω σχέσεις με τις τοπικές ομάδες γιατί ξέρω πόσο δύσκολο είναι γι’ αυτά τα παιδιά, είναι διαφορετικό να είσαι στην Αθήνα όπου μπορεί οποιοσδήποτε να σε δει. Είναι δύσκολο γι’ αυτά τα παιδιά να έχουν την προσβασιμότητα, να τους δουν. Στα νησιά, δεν ξέρω πώς γίνεται, υπάρχει πολύ ταλέντο και καλό είναι οι ομάδες της Σούπερ Λίγκας να έχουν τα μάτια τους στραμμένα εκεί.

Ντεμπούτο είχα κάνει στο Κύπελλο, ολιγόλεπτη συμμετοχή ενάντια στον ΠΑΟΚ και αρχές σεζόν 2017/18 στο πρωτάθλημα στην Τούμπα, δίδυμο με Μόρα, ήταν ένας από τους λόγους που έπαιξα, ήταν ένας πιο έμπειρος παίκτης και πίστευαν ότι μπορεί να με καθοδηγήσει όπως και έγινε, με βοήθησε πολύ ο Βαγγέλης. Ήταν πολύ γρήγορο, ένα παιδί που τρία χρόνια πριν έπαιζε στο τοπικό, βρέθηκε στη Σούπερ Λίγκα.

Ζούσα το όνειρό μου αλλά ήμουν συνειδητοποιημένος ότι αυτό θα ακολουθήσω και όχι απλά να παίξω 1-2 ματς, γιατί και αυτό μπορεί να γίνει, να παίξεις λίγο και μετά να χαθείς. Ήμουν συνειδητοποιημένος και χαρούμενος με την πορεία μου στον Παναιτωλικό, η ομάδα μου έδωσε πολλά και εγώ έδωσα πολλά σε αυτήν και γι’ αυτό έχουμε εξαιρετικές σχέσεις, με τους ανθρώπους της ομάδας και τους οπαδούς, πάντα θα τους είμαι ευγνώμων γιατί μου έδωσαν αυτήν την ευκαιρία και από εκεί ξεκίνησε το ποδοσφαιρικό μου ταξίδι. Το θεωρώ το πρώτο μου ποδοσφαιρικό σπίτι και νιώθω πολύ άνετα όποτε πηγαίνω εκεί, είμαι συχνά στο Αγρίνιο γιατί από εκεί είναι η σύζυγός μου και τα καλοκαίρια κάνω και προπονήσεις στις εγκαταστάσεις της ομάδας».

«Μου φάνηκε πως η μπάλα πήγαινε τόσο αργά και ήξερα ακριβώς τι να κάνω στο γκολ με τον Ολυμπιακό»

Μετά από μία διετία που συνοδεύτηκε από 49 συμμετοχές με την κιτρινομπλέ φανέλα, το κάλεσμα για το επόμενο βήμα ήρθε, με τον 19χρονο τότε Μιχάι να αποκτάται από τον ΠΑΟΚ, ο οποίος προερχόταν από το νταμπλ και το αήττητο πρωτάθλημα. Ενθυμούμενος εκείνες τις μέρες, ανέφερε ότι «ενδιαφέρον από τον ΠΑΟΚ και άλλες ελληνικές ομάδες υπήρχε από πριν. Τότε δεν ήταν τόσο σύνηθες ένας 19χρονος να παίζει βασικός στη Σούπερ Λίγκα, γνώριζα για το ενδιαφέρον, προσπαθούσα να μένω συγκεντρωμένος αλλά να είμαι ειλικρινής δεν ήταν εύκολο. Να είμαι ειλικρινής, θεωρούσα πως το ιδανικό θα ήταν να πάω στο εξωτερικό αλλά αυτό δεν έγινε, είχα πει και στον μάνατζέρ μου ότι προτεραιότητα ήταν να πάω έξω. Όμως τα ποσά που ήταν διατεθειμένες να δώσουν ομάδες από το εξωτερικό δεν ήταν ικανοποιητικά, ο Παναιτωλικός ήθελε ένα ποσό που να αντικατοπτρίζει το ταλέντο που είχαν στην ομάδα.

Πήγα λοιπόν στον ΠΑΟΚ, στον τότε νταμπλούχο και αήττητο πρωταθλητή. Ήξερα πού πήγαινα και πόσο δύσκολο θα ήταν, με Βαρέλα, Ίνγκασον, Κρέσπο. Τα πράγματα έγιναν χειρότερα γιατί η ομάδα αποκλείστηκε από την Ευρώπη νωρίς από τη Σλόβαν Μπρατισλάβας και από εκεί που υπολογίζαμε να έχουμε 50 ματς τη χρονιά, είχαμε ένα την εβδομάδα και δεν μπορούσε να γίνει μεγάλο ροτέισον. Μπορεί εκείνη τη χρονιά να μην βγήκαμε πρωταθλητές αλλά χάναμε σπάνια, δεν χάσαμε πολλά ματς για να πεις ότι θα γίνουν μεγάλες αλλαγές

Ξεκίνησα με τον Λουτσέσκου όταν πήγα και έφυγε αμέσως. Ήταν περίεργο, ξεκίνησα με έναν προπονητή, ήρθε ένας άλλος (σ.σ. ο Αμπέλ Φερέιρα) που δεν είχε δουλέψει ποτέ εκτός Πορτογαλίας, πολύ καλός προπονητής και το δείχνει και τώρα. Όπως ένας παίκτης πάει σε νέο περιβάλλον και πρέπει να προσαρμοστεί, έτσι κι αυτός ήρθε σε μια ομάδα με τρομακτική πίεση, δεν είναι εύκολο να το διαχειριστείς και η ομάδα δεν είναι εύκολο να δώσει πολύ χρόνο.

Ήταν δύσκολο αλλά ακόμη και στην προετοιμασία που πήγα τότε, υπήρξε αμέσως μία πρόταση για δανεισμό από ομάδα της Β’ Ισπανίας. Αλλά εκείνη τη στιγμή δεν ήθελα να φύγω με το που πήγα χωρίς να προσπαθήσω. Τους έξι πρώτους μήνες, αντικειμενικά, δεν ήμουν έτοιμος να αγωνιστώ σε αυτό το επίπεδο, μετά το εξάμηνο άρχισα να νιώθω ανταγωνιστικός και στις προπονήσεις. Μετά, θεωρώ πως θα μπορούσα να έχω κάποιες ευκαιρίες παραπάνω, θυμάμαι χαρακτηριστικά ένα ματς Κυπέλλου με τον ΟΦΗ, νικήσαμε 4-0 εκτός έδρας και δεν έπαιξα ούτε λεπτό. Αλλά συνέχισα να κάνω τη δουλειά μου και δικαιώθηκα γιατί στα playoffs, στα πιο δύσκολα ματς, έπαιξα σε πολλά, έβαλα και αυτό το γκολ που όλοι το θυμούνται»…

Το γκολ που όλοι θυμούνται δεν είναι άλλο από εκείνο ενάντια στον Ολυμπιακό στις 12 Ιουλίου 2020, όταν ο Δικέφαλος του Βορρά έσπασε το αήττητο των Πειραιωτών με χάρη στον Μιχάι, που σημείωσε το μοναδικό, μέχρι σήμερα, τέρμα της επαγγελματικής του καριέρας στο 90’… Με δικά του λόγια, «είχα μπει στο ματς στο 45’ γιατί κάποιος είχε τραυματιστεί. Έχουμε το φάουλ, διώχνουν οι αμυντικοί αλλά παραμένω στην περιοχή και βλέπω την μπάλα να έρχεται. Εκείνη τη στιγμή μου φάνηκε ότι η μπάλα πήγαινε τόσο αργά -ενώ πήγαινε τόσο γρήγορα- που ήξερα ακριβώς τι έπρεπε να κάνω. Πολύ όμορφη στιγμή και για μένα και για τους οπαδούς του ΠΑΟΚ. Από τα πράγματα που σου μένουν. Για αρκετό διάστημα το θυμούνται, με κερνούσαν παντού, χαμός! Η πιο μεγάλη στιγμή μου στον ΠΑΟΚ βέβαια δεν είναι αυτή, είναι η κατάκτηση του Κυπέλλου του 2021»…

Κόντρα στον Ολυμπιακό δε, ο Μιχάι είχε κάνει και το ντεμπούτο του λίγους μήνες πριν, όταν είχε αγωνιστεί σε ένα συγκλονιστικό 3-2 στην Τούμπα για το Κύπελλο, στο τελευταίο ματς πριν το ξέσπασμα της πανδημίας του κορωνοϊού… «Πριν την καραντίνα παίξαμε με τον Ολυμπιακό στο Κύπελλο όπου ήταν το πρώτο μου ματς, ουσιαστικά το πιο δύσκολο. Είχαμε μπει άσχημα στο ματς και μετά το γυρίσαμε, είχαμε τεράστια πίεση γιατί ήμασταν πολλούς βαθμούς πίσω στο πρωτάθλημα.

Δεχτήκαμε τα δύο γκολ στα πρώτα λεπτά και λες τι γίνεται τώρα, τι έγινε ξαφνικά. Ήμουν δίδυμο με Ίνγκασον, μετά λες συγκεντρώσου και θα δούμε τι θα γίνει. Όταν βάλαμε το πρώτο γκολ είχα μια σιγουριά ότι τουλάχιστον θα ισοφαρίσουμε. Ωραίο παιχνίδι, και για μας και για τον κόσμο. Δυστυχώς μετά μας σταμάτησε η καραντίνα για 2-3 μήνες», ανέφερε.

Μετά από μία δύσκολη πρώτη χρονιά, ο Μιχάι έδειξε πως μπορούσε να πετύχει περισσότερα πράγματα τη σεζόν 2020/21, αν και για τον ΠΑΟΚ, η χρονιά ξεκίνησε περίεργα, με τον Φερέιρα να αποχωρεί τον Οκτώβριο για να αναλάβει την Παλμέιρας και τον Πάμπλο Γκαρσία να τον αντικαθιστά. Μιλώντας για τον Ουρουγουανό, ο Μιχάι είπε πως «ο Γκαρσία είναι εξαιρετικός άνθρωπος και παράλληλα πολύ καλός προπονητής, πήρε ένα Κύπελλο από τον Ολυμπιακό που λέει πολλά, θα μπορούσε να έχει και περισσότερο χρόνο αλλά πήρε μια απόφαση η ομάδα και βάσει αποτελεσμάτων δικαιώθηκε. Με Γκαρσία είχα πολύ καλή συνεργασία και τον ευχαριστώ πολύ γιατί εκείνη τη χρονιά είχαν τον σοβαρό τραυματισμό με τον χιαστό και ήταν πολύ υποστηρικτικός, και με τα λόγια του, και το εκτιμώ πολύ αυτό».

Πράγματι, η ατυχία χτύπησε την πόρτα του Μιχάι εκεί που έδειχνε πως έχει πάρει τα πάνω του. «Καμιά φορά η μοίρα… Ο τραυματισμός ήταν σε προπόνηση στο Αγρίνιο, πήγαμε μετά τη Γρανάδα και στην πρώτη προπόνηση με τον Γκαρσία χτύπησα στο γόνατο, έμεινα εκτός έξι μήνες. Ήταν στενάχωρο γιατί είχα πάρει κάποια παιχνίδια και ήμουν μέσα στο ροτέισον, παίζαμε και Ευρώπη και προσπαθούσα να καθιερωθώ και ήρθε δυστυχώς ο τραυματισμός. Αυτά είναι μέσα στο ποδόσφαιρο, σε στενοχωρούν και σε αφήνουν λίγο πίσω αλλά προσπάθησα να επιστρέψω δυνατός και επέστρεψα σχετικά σύντομα. Είναι μια κακή ανάμνηση αλλά σε κάνει να εκτιμάς απλά πράγματα όπως το να πας για προπόνηση ή να παίξεις ένα ματς», ανέφερε.

«Κάθε καλοκαίρι κοίταζα να φύγω από τον ΠΑΟΚ, δεν είχε σημασία το συμβόλαιο – Πιο πετυχημένος προπονητής στην ιστορία του συλλόγου ο Λουτσέσκου»

Την τελευταία του χρονιά στον ΠΑΟΚ, ο Μιχάι αγωνίστηκε υπό τις οδηγίες του προπονητή τον οποίον είχε προλάβει ελάχιστα όταν είχε αποκτηθεί από τους Θεσσαλονικείς. Ο Ραζβάν Λουτσέσκου επέστρεψε το 2021 και με τον Ρουμάνο στον πάγκο ο 27χρονος σήμερα αμυντικός θα κατέγραφε τις περισσότερες συμμετοχές του σε μία σεζόν, 22 τον αριθμό.

«Συλλυπητήρια στον κόουτς, είναι πολύ στενάχωρο αυτό» ήταν τα πρώτα λόγια που είχε να πει ο Μιχάι, καθώς λίγο πριν είχε γνωστοποιηθεί η είδηση του θανάτου του πατέρα του προπονητή του ΠΑΟΚ, Μιρτσέα. Ακολούθως, ο Μιχάι ανέφερε ότι «ο κόουτς Λουτσέσκου είναι ένας ιδιαίτερος άνθρωπος, όλοι το καταλαβαίνουν και από τις συνεντεύξεις του. Έχει κάποια πράγματα στο μυαλό του πολύ συγκεκριμένα, σαφώς και είναι ο πιο πετυχημένος στην ιστορία του ΠΑΟΚ, αυτό κανείς δεν μπορεί να το αμφισβητήσει, πραγματικά είναι κάτι ξεχωριστό αυτό που έχει πετύχει, και η σχέση του με τον σύλλογο.

Είχαμε μία καλή συνεργασία, δεν υπήρχε κάτι ανάμεσα σε μένα και στον κόουτς, μαζί του είχα και τις περισσότερες συμμετοχές. Θεωρώ ότι υπήρχαν στιγμές που εγώ, στο μυαλό μου, το ροτέισον που έχει και κάνει ακόμα και τώρα… Ξέρει ποιοι θα παίξουν από την προηγούμενη εβδομάδα. Δεν θα δει την προπόνηση, δεν θα δει ακόμα και πώς έπαιξες στο παιχνίδι. Δεν λέω αν είναι σωστό ή λάθος, γνωρίζει πως έχει ένα πρόγραμμα 50 αγώνων και αυτό θέλει να το διαχειριστεί όπως πιστεύει καλύτερα απλά για μένα κάποιες φορές ήταν δύσκολο να το διαχειριστώ.

 

Να σου δώσω ένα παράδειγμα, όταν ας πούμε η ομάδα δεν πήγαινε πολύ καλά στο πρωτάθλημα, παίζαμε μετά με την Κοπεγχάγη, μια πολύ καλή ομάδα, την νικήσαμε εκτός έδρας, παίζοντας κι εγώ 90 λεπτά και την επόμενη εβδομάδα είχαμε πρωτάθλημα και ήμουν πάλι έξω. Μπορεί κάποιος να είναι ΟΚ με αυτό, εμένα δεν με άφηνε να βρίσκω τον ρυθμό που ήθελα, να νιώσω σημαντικός. Δεν τον κατηγορώ, αυτός είναι ο προπονητής, αυτός ξέρει πόσα ματς έχουμε και πώς θέλει να είναι η ομάδα στο τέλος της χρονιάς οπότε έκανε τη διαχείριση που θεωρούσε καλύτερη, κάποιοι παίκτες ταιριάζουν με αυτό και κάποιοι όχι. Είναι και πώς το βλέπει κανείς εκείνη τη στιγμή, κάποιος μπορεί να θέλει να παίζει συνέχεια για να νιώθει καλύτερα, κάποιος μπορεί να μην έχει θέμα να παίζει κάθε δύο εβδομάδες. Εγώ δεν ένιωθα άνετα με αυτό».

Συνολικά, ο Μιχάι μέτρησε 34 συμμετοχές σε τρεις σεζόν με τη φανέλα του ΠΑΟΚ, έχοντας έναν σοβαρό τραυματισμό στο ενεργητικό του και έχοντας ζήσει τρεις διαφορετικούς προπονητές. Το 2022 θα έπαιρνε την απόφαση να αποχωρήσει, με την εν λόγω σκέψη πάντως να υπάρχει και τα προηγούμενα χρόνια στο μυαλό του… «Θα είμαι ειλικρινής, όχι ότι δεν μου άρεσε κάτι στον ΠΑΟΚ αλλά κάθε καλοκαίρι κοίταζα να φύγω επειδή θεωρούσα πως δεν έχει σημασία στην ηλικία που είμαι το να έχω ένα καλό συμβόλαιο και να κάθομαι συνέχεια στον πάγκο ή να μην παίζω πολλά παιχνίδια, γιατί θεωρούσα ότι θα εξελιχτώ μέσα από τα ματς και κοίταζα να φύγω κάθε καλοκαίρι. Και το καλοκαίρι που έπαιξα πολύ στα playoffs είχα πρόταση από ομάδα στην Ολλανδία, η ομάδα αποφάσισε να μην με αφήσει να αποχωρήσω. Είχα μία πρόταση από την Ιταλία, τη Λέτσε, πάλι δεν με άφησαν να φύγω. Και οι δύο προτάσεις ήταν για δανεισμό απλά η δεύτερη είχε υποχρεωτική οψιόν αν έκανα έναν συγκεκριμένο αριθμό συμμετοχών.

Η ομάδα δεν με άφησε να φύγω αλλά δεν νιώθω κακία γι’ αυτό, απλά κι εγώ ταυτόχρονα ήθελα να φύγω για να παίζω. Τη δεύτερη χρονιά τραυματίστηκα και όταν ξεκίνησε η τρίτη σκέφτηκα ότι προέρχομαι από χιαστό και ίσως η ομάδα είναι δύσκολο να με εμπιστευτεί, ίσως θα είναι καλύτερα να φύγω, δεν έγινε, αλλά εντέλει έναν χρόνο πριν λήξει το συμβόλαιό μου τους είχα ενημερώσει πως θεωρώ ότι είναι καλύτερα να φύγω. Και η ομάδα, όταν βλέπεις έναν παίκτη κάθε χρόνο να ζητάει να φύγει… Θεωρώ πως ήταν καλύτερο και για την ομάδα και για μένα να φύγω», εξήγησε.

Πηγή: gazzetta.gr