Στον Παναιτωλικό αυτά τα 15 χρόνια που βρίσκεται στα «σαλόνια» του ελληνικού ποδοσφαίρου επί ημερών Φώτη Κωστούλα έχουν αγωνιστεί πολλοί ξένοι ποδοσφαιριστές που έχουν αφήσει τη «σφραγίδα» τους στην ομάδα και δεδομένα ένας εξ αυτών είναι ο Μάρκο Μαρκόβσκι.
Ο Σέρβος άλλοτε φορ δεν έκανε αίσθηση μόνο για το… αρχοντικό παρουσιαστικό του και τα 17 γκολ που πέτυχε με τον Τίτορμο στο στήθος αλλά και για την προσωπικότητα και την ηγετική συμπεριφορά του, δύο στοιχεία που αποτέλεσαν «διαβατήριο» στο να εξελιχθεί σε Team Manager του κλαμπ.
Στα 40 του χρόνια ο πρώην επιθετικός των Καναρινιών έχει κλείσει μια τριετία στο Emileon ως διοικητικό στέλεχος και δουλεύει καθημερινά μαζί με τον τεχνικό διευθυντή του Παναιτωλικού, Μάκη Μπελεβώνη, και τον πρόεδρο της ομάδας, Γεράσιμο Μπελεβώνη, με αποκλειστικό σκοπό το καλύτερο για τον σύλλογο και τους φιλάθλους του.
Ο Μάρκο Μαρκόβσκι σε μια συνέντευξη… καρδιάς στο Gazzetta που ξεπερνάει τις 10.000 λέξεις παρουσιάζει όλη του την πορεία, από την παιδική του ηλικία στο Βελιγράδι την περίοδο των βομβαρδισμών από το ΝΑΤΟ στη «μισή» ζωή που έχει ζήσει στην Ελλάδα, για χάρη οκτώ ομάδων, με τον Παναιτωλικό φυσικά να αποτελεί την ποδοσφαιρική του «Ιθάκη»!
«Η γενιά μου γεννήθηκε σε λάθος εποχή, θα θυμάμαι πάντα το γκολ στον Νόιερ»
Μάρκο ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Πώς σου μπήκε αυτό το «μικρόβιο» της ενασχόλησης με το ποδόσφαιρο;
«Αυτό το “μικρόβιο”, ειλικρινά δεν ξέρω αν μπήκε από μόνο του, αλλά από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου είχα τρέλα με τη μπάλα.
Ξεκίνησα στην ομάδα της περιοχής μου, στο Βελιγράδι. Υπάρχει μια περιοχή που λέγεται Ζέμουν. Έχει μια πολύ ιστορική ομάδα, που φέτος ανέβηκε ξανά στην πρώτη κατηγορία της Σερβίας μετά από επτά χρόνια, κάτι που με χαροποίησε ιδιαίτερα.
Εκεί έκανα τα πρώτα μου βήματα. Το 1993, όταν ήμουν επτά χρονών, ουσιαστικά ήμουν “γέννημα-θρέμμα” της ομάδας. Τότε η ομάδα βρισκόταν σε πολύ καλό επίπεδο.
Από μικρός θυμάμαι ότι ξεχώριζα, έβαζα πολλά γκολ στις μικρές κατηγορίες και το ντεμπούτο μου το έκανα πριν κλείσω τα 18. Συγκεκριμένα, στις 15 Μαΐου του 2004 έκανα ντεμπούτο στο πρωτάθλημα Σερβίας και Μαυροβουνίου, γιατί τότε ήμασταν ακόμα ενωμένοι με το Μαυροβούνιο. Στο πρώτο ματς που έπαιξα έβαλα κιόλας γκολ και κερδίσαμε 0-1 τη Σουτιέσκα Νίκσιτς από το Μαυροβούνιο.
Ο πρώτος μου προπονητής ήταν ο Ντούσαν Μίτοσεβιτς, γνωστός και από το πέρασμά του στην Ελλάδα. Ένας έμπειρος προπονητής, που παρότι είχε μεγάλα ονόματα και παίκτες με καριέρα, έβαζε εμένα και τον Μπράνα Ίλιτς – που αργότερα πέρασε κι από τα Γιάννενα – να παίζουμε βασικοί σε ένα πολύ δύσκολο και ανταγωνιστικό πρωτάθλημα.
Εκεί υπέγραψα και το πρώτο μου επαγγελματικό συμβόλαιο. Συμμετείχα κανονικά στις μικρές εθνικές. Η κορυφαία στιγμή ήταν το Euro U19 του 2005 στη Βόρεια Ιρλανδία, όπου χάσαμε στα ημιτελικά από την Αγγλία και δεν καταφέραμε να πάμε στον τελικό.
Το ενδιαφέρον είναι ότι στα προκριματικά πριν από το Euro είχα βγει πρώτος σκόρερ των προκριματικών σε όλη την Ευρώπη. Σε έξι παιχνίδια είχα βάλει οκτώ γκολ! Θυμάμαι ότι ήμασταν σε δύσκολο όμιλο με Γερμανία, Ελλάδα και Βόρεια Ιρλανδία. Η τελική φάση έγινε στο Μπέλφαστ.
Στο πρώτο ματς με τη Γερμανία, παρότι χάναμε 2-0, το γυρίσαμε σε 4-2 και μάλιστα είχα βάλει το τελευταίο γκολ στο 93’, απέναντι στον Νόιερ. Είναι κάτι που δεν γνωρίζει σχεδόν κανείς».
Από εκείνη τη φουρνιά της Σερβίας, ποιοι παίκτες ξεχώριζαν;
«Είχαμε αρκετούς αξιόλογους παίκτες. Ήταν όμως άλλες εποχές, 21 χρόνια πριν. Αν εκείνη η φουρνιά υπήρχε σήμερα, νομίζω ότι όλοι θα είχαμε κάνει μεγάλες μεταγραφές σε κορυφαίες ομάδες του κόσμου.
Θυμάμαι έναν συμπαίκτη μου, τον Μίλαν Σμίλιανιτς, που πήγε στην Εσπανιόλ, ενώ ο κουμπάρος μου, ο Μαρίνκοβιτς, πέρασε και από τον Ηρακλή για ένα εξάμηνο. Έκανε καλή καριέρα, έπαιξε σε Γκρασχόπερς, Αυστραλία και Ισπανία. Είχαμε τον Γκόικο Κάτσαρ που έκανε μεγάλη καριέρα στη Γερμανία με τη Χέρτα και τον Νέναντ Τόμοβιτς που έπαιξε πολλά χρόνια στην Ιταλία. Είχαμε συναντηθεί κιόλας σε ένα φιλικό του Παναιτωλικού με τη Φιορεντίνα το 2016.
Γενικά θεωρώ ότι τότε δεν ήταν τόσο εύκολο να κάνεις το μεγάλο βήμα εκείνη την εποχή. Σήμερα, ειδικά οι μικροί που ξεχωρίζουν, παίρνουν πολύ πιο εύκολα μεταγραφή. Έτσι είναι το σύγχρονο ποδόσφαιρο. Ίσως απλώς γεννηθήκαμε σε λάθος εποχή.
Θυμάμαι επίσης ότι η Γερμανία είχε, πέρα από τον Νόιερ, και τον Πρινς Μπόατενγκ, τον αδερφό του Ζερόμ Μπόατενγκ. Τότε έπαιζε στις μικρές εθνικές της Γερμανίας, πριν επιλέξει αργότερα την εθνική Γκάνας. Αλλά εκείνο το γκολ στον Νόιερ είναι κάτι που θυμάμαι ακόμα».
Είναι το αγαπημένο σου γκολ; «Σίγουρα είναι ένα από τα αγαπημένα μου. Και τα οκτώ γκολ στα προκριματικά τα θυμάμαι ακόμα, παρότι έχουν περάσει πάνω από 20 χρόνια».
Πάντα ήσουν επιθετικός;
«Ναι. Πολύ μικρός ξεκίνησα στόπερ, στις ακαδημίες Κ8. Βέβαια μπήκα εκεί κατά λάθος, γιατί ο προπονητής δεν “έβλεπε” πολύ καλά. Όποτε όμως χρειαζόταν, με έβαζε μπροστά, έβαζα γκολ και μετά γύριζα πίσω.
Στη Σερβία υπήρχε από μικρή ηλικία η πίεση του αποτελέσματος. Ακόμα και στις μικρές ηλικίες θέλαμε να κερδίζουμε. Από μικρούς μας είχαν περάσει στο μυαλό πως ναι μεν είναι παιχνίδι και χρειάζεται πάθος, όμως πάνω απ’ όλα είναι το αποτέλεσμα.
Θυμάμαι να παίζω στόπερ, να ανεβαίνω μπροστά, να βάζω ένα-δύο γκολ και μετά να επιστρέφω πίσω για να κρατήσουμε το σκορ. Αλλά πολύ γρήγορα καθιερώθηκα στην επίθεση και δεν άλλαξα ποτέ ξανά θέση».
Είπες πριν ότι το ποδόσφαιρο έχει αλλάξει. Τι πιστεύεις ότι είναι η μεγάλη διαφορά;
«Νομίζω ότι παλιά υπήρχε περισσότερο ταλέντο, οι παίκτες ήταν πιο σκληροί και υπήρχε πολύ μεγαλύτερη δυσκολία για να πάρεις ευκαιρίες. Οι παίκτες έπρεπε να παλεύουν συνέχεια, να δίνουν το 100% για να τους δοθεί μια ευκαιρία να αλλάξουν επίπεδο και να προχωρήσουν.
Είναι παγκόσμιο φαινόμενο. Σήμερα βλέπουμε ότι σε όλο τον κόσμο – και στην Ελλάδα – ένα παιδί 19-20 χρονών, αν ξεχωρίσει λίγο και κάνει ένα-δύο καλά παιχνίδια, αμέσως προχωράει, έρχονται προτάσεις και φεύγει. Τα έχουν όλα στο… πιάτο.
Παλιά δεν ήταν έτσι. Έπρεπε να έχεις πολλή επιμονή και υπομονή μέχρι να σου δοθεί η ευκαιρία να δείξεις αν πραγματικά αξίζεις να κάνεις κάτι παραπάνω στην καριέρα σου».
«Στη Σερβία υπήρχε από μικρή ηλικία η πίεση του αποτελέσματος»
«Η περιοχή που μεγάλωσα είχε ισχυρή μαφία, το ποδόσφαιρο με κράτησε μακριά από τον λάθος δρόμο»
Πώς θυμάσαι την παιδική σου ηλικία;
«Έχω τρομερές αναμνήσεις. Όπως σου είπα γεννήθηκα στο Βελιγράδι, στην περιοχή Ζέμουν, που εκτός από την ποδοσφαιρική της ομάδα ήταν γνωστή και επειδή τότε υπήρχε πολύ ισχυρή μαφία στην περιοχή.
Εγώ μικρός ήξερα και καταλάβαινα τι συνέβαινε, αλλά ήξερα ότι ήταν δύσκολη και επικίνδυνη περιοχή. Ήταν όμως το σπίτι μου, η γειτονιά μου. Πολλοί φίλοι μου πήραν λάθος δρόμο, ενώ ήταν τρομερά παιδιά. Ήταν δύσκολες εποχές στη Σερβία, με δύο πολέμους. Στον πόλεμο του ’91-’95 ήμουν πολύ μικρός, αλλά τους βομβαρδισμούς του 1999 τους θυμάμαι έντονα.
Ήμουν 13 χρονών. Για να φανταστείς ο μεγάλος μου γιος σήμερα είναι 13 και πολλές φορές τον κοιτάζω και σκέφτομαι ότι στην ηλικία του εγώ ζούσα βομβαρδισμούς για δυόμισι μήνες, σε καθημερινή βάση, με δύσκολες συνθήκες επιβίωσης. Βέβαια και τα σημερινά παιδιά έχουν τα δικά τους προβλήματα, όμως είναι τελείως διαφορετικές καταστάσεις.
Παρόλα αυτά, θυμάμαι την παιδική μου ηλικία με αγάπη. Ακόμα και αυτές οι δύσκολες στιγμές βοήθησαν εμένα και πολλά παιδιά της Σερβίας να χτίσουμε χαρακτήρα, να μάθουμε να εκτιμάμε πράγματα και να μην λυγίζουμε στα δύσκολα. Είναι πολλά. Είμαι περήφανος γι’ αυτό και μετά από 27 χρόνια κάποια πράγματα μου έχουν μείνει χαραγμένα στο μυαλό».
Τι ήταν αυτό που σε κράτησε μακριά από τον λάθος δρόμο;
«Η μπάλα! Ξεκάθαρα η μπάλα. Πραγματικά δεν υπήρχε κάτι άλλο. Τότε υπήρχε φτώχεια, πόλεμος και πολύ δύσκολες συνθήκες. Ένα παιδί είτε θα ασχολούνταν σοβαρά με κάποιο άθλημα, όχι μόνο ποδόσφαιρο, είτε υπήρχε κίνδυνος να πάρει λάθος δρόμο. Αυτές ήταν οι επιλογές. Ειδικά στη δική μας περιοχή δεν υπήρχε κάτι άλλο.
Ακόμα και σήμερα ο πατέρας μου μού λέει καμιά φορά: “Ευτυχώς που ασχολήθηκες με το ποδόσφαιρο, γιατί ποτέ δεν ξέρεις τι θα είχε γίνει διαφορετικά”.
Μιας και αναφέρθηκες στους βομβαρδισμούς του 1999. Έχεις κάποια ανάμνηση από το ιστορικό φιλικό της ΑΕΚ με την Παρτίζαν;
«Έχω, γιατί από μικρό παιδί είμαι Παρτίζαν “κόκαλο”. Θυμάμαι ότι εκείνη τη μέρα ο πατέρας μου δεν μου έκανε το χατίρι να με πάει στο γήπεδο, παρότι προσπαθούσα με όλους τους τρόπους να τον πείσω και να τον πιέσω να με πάει.
Τώρα που είμαι κι εγώ πατέρας δύο παιδιών, νομίζω ότι το ίδιο θα έκανα. Δεν υπήρχε περίπτωση να πήγαινα τα παιδιά μου. Θυμάμαι ότι έκλαιγα συνέχεια για να πάμε, είχε και πάρα πολύ κόσμο, αλλά τελικά δεν με πήγε.
Το θυμάμαι πάρα πολύ καλά γιατί το έβλεπα στην τηλεόραση. Και ειδικά τη στιγμή που διακόπηκε το παιχνίδι, όταν μπήκαν οι φίλαθλοι μέσα στο γήπεδο και σήκωναν τους παίκτες της ΑΕΚ στον αέρα. Είναι εικόνες χαραγμένες στη μνήμη μου».
Τι σημαίνει για εσάς τους Σέρβους εκείνη η κίνηση της ΑΕΚ; Μέσα στον πόλεμο ταξίδεψε στο Βελιγράδι για να παίξει ποδόσφαιρο…
Ήταν κάτι απίστευτο. Πραγματικά απίστευτο. Και παρόλο που έχουν περάσει τόσα χρόνια, νομίζω ότι το θυμούνται όλοι. Είναι κάτι που θα ενώνει για πάντα τις δύο ομάδες. Άσχετα που τα τελευταία χρόνια οι οπαδοί της Παρτίζαν έχουν αδελφοποιηθεί με τον ΠΑΟΚ και υπάρχει αυτή η σχέση, αυτό που έκανε τότε η ΑΕΚ είναι κάτι που πρέπει να το θυμούνται όλοι για πάντα.
Ήταν πάνω απ’ όλα μια ανθρώπινη κίνηση. Και ίσως καμία άλλη ομάδα να μην το έκανε εκείνη την περίοδο. Θυμάμαι ότι ακόμα και την ώρα του παιχνιδιού ακούγονταν σειρήνες. Τις πρώτες μέρες των βομβαρδισμών υπήρχε πραγματικά τρόμος.
Αλλά θα σου πω ότι μετά από μία εβδομάδα δεν μας ένοιαζε πια. Ακούγαμε σειρήνες και βγαίναμε έξω να παίξουμε σαν να μη συμβαίνει τίποτα. Δεν υπήρχε άγχος.
Οι άνθρωποι ανέβαιναν στις γέφυρες, κρατιούνταν χέρι-χέρι σαν να έλεγαν: “Αν θέλετε να ρίξετε, ρίξτε μας. Εμείς είμαστε εδώ”».
«Έκλαιγα για να με πάει ο πατέρας μου στο φιλικό της Παρτίζαν με την ΑΕΚ, ίσως καμία άλλη ομάδα νε μην το ερχόταν τότε στο Βελιγράδι»
«Η Ελλάδα είναι η δεύτερη πατρίδα μου, μοιάζουμε πολύ στη νοοτροπία και στις ανθρώπινες σχέσεις»
Ζεις τόσα χρόνια στην Ελλάδα. Νιώθεις λίγο και Έλληνας; Τι πιστεύεις ότι ενώνει τους δύο λαούς;
«Νομίζω ότι οι δύο λαοί μοιάζουν πάρα πολύ. Πέρα από το θρησκευτικό κομμάτι, που σίγουρα παίζει σημαντικό ρόλο, μοιάζουμε πολύ στη νοοτροπία και στις ανθρώπινες σχέσεις.
Εγώ, όπως και οι περισσότεροι Σέρβοι, μικρός ερχόμουν συχνά στην Ελλάδα για καλοκαιρινές διακοπές. Όταν μου δόθηκε η ευκαιρία να έρθω τον Ιανουάριο του 2008, δεν το σκέφτηκα ούτε δευτερόλεπτο.
Παρότι τότε ανήκα σε μια μεγάλη ομάδα όπως η Παρτίζαν, δεν με ένοιαζε τίποτα άλλο πέρα από το να βρω μια ομάδα για να παίξω. Και όταν έμαθα ότι είναι Ελλάδα, Αθήνα και Καλλιθέα, ας ήταν στη Β’ Εθνική, πραγματικά από την πρώτη μέρα ένιωσα σαν να μην είχα φύγει ποτέ από το σπίτι μου. Όλοι με αγκάλιασαν.
Λίγο πριν πάω στην Καλλιθέα, τον Ιανουάριο του 2008, ήμουν κοντά στο να υπογράψω εξ αρχής σε ομάδα Α’ Εθνικής, καθώς έκανα δοκιμαστικά στον Ηρακλή. Ήθελαν να με πάρουν, όμως η Παρτιζάν ήταν διατεθειμένη να με δανείσει και εκείνοι ήθελαν να πάω ως ελεύθερος.
Εν τέλει πήγα στην Καλλιθέα δανεικός για έξι μήνες, απλώς για να τελειώσει η χρονιά, αλλά τελικά έμεινα στην Ελλάδα σχεδόν μισή ζωή! Ήρθα στα 21 και τώρα κοντεύω τα 40. Σε δύο χρόνια θα έχω ζήσει ακριβώς μισή ζωή στη Σερβία και μισή στην Ελλάδα.
Τα παιδιά μου έχουν γεννηθεί εδώ. Για μένα η Ελλάδα είναι δεύτερη πατρίδα».
Είσαι δηλωμένος «Παρτιζάνος». Τι σημαίνει για σένα το ντέρμπι με τον Ερυθρό Αστέρα;
«Εγώ μικρός είχα δύο όνειρα. Το πρώτο ήταν να παίξω στην Παρτιζάν. Και αυτό το έκανα πραγματικότητα το 2006. Μάλιστα, εκείνο το καλοκαίρι είχα πρόταση από την Ακαδέμικα Κοΐμπρα στην Πορτογαλία. Περίμενα να βγει η βίζα – γιατί τότε οι Σέρβοι δεν ταξιδεύαμε εύκολα – αλλά τελευταία στιγμή προέκυψε η πρόταση της Παρτιζάν. Δεν το σκέφτηκα ούτε δευτερόλεπτο. Ήταν παιδικό μου όνειρο.
Το δεύτερο όνειρο ήταν να παίξω σε ντέρμπι με τον Ερυθρό Αστέρα. Δυστυχώς αυτό δεν το έζησα, γιατί δεν πήρα πολύ χρόνο συμμετοχής. Αυτό δεν αλλάζει κάτι. Ήμουν πάντα στο γήπεδο όταν μπορούσα, έχω δει πολλά ντέρμπι από γήπεδο και μπορώ να πω ότι αυτός ο αγώνας είναι κομμάτι της κουλτούρας μας.
Υπάρχουν ακραίες καταστάσεις σε αυτά τα ματς, αλλά είναι ένα πραγματικό ντέρμπι, με οπαδούς και των δύο ομάδων. Και γι’ αυτό πιστεύω ότι στη Σερβία δεν θα περάσει ποτέ η λογική να γίνεται μόνο με φιλάθλους της μιας ομάδας.
Το Παρτιζάν – Ερυθρός Αστέρας είναι συνώνυμο του να υπάρχουν και οι δύο κόσμοι μέσα στο γήπεδο. Να γίνεται χαμός, ένταση, “πόλεμος”. Αυτή είναι η ουσία του ντέρμπι εκεί και είμαι σίγουρος ότι αυτό δεν θα αλλάξει ποτέ».
Και κάπου εκεί ξεκινά το ελληνικό κεφάλαιο. Καλλιθέα, Δόξα Δράμας, Β’ Εθνική. Πώς ήταν τότε εκείνο το πρωτάθλημα;
«Όταν μου δόθηκε η ευκαιρία να πάω δανεικός έξι μήνες σε ομάδα Β’ Εθνικής στην Ελλάδα, θεωρούσα δεδομένο ότι θα πάω καλά και ότι το επίπεδο δεν θα είναι ιδιαίτερα υψηλό. Όμως από την πρώτη μέρα μου έκανε εντύπωση ότι δεν ήταν έτσι.
Η Β’ Εθνική τότε είχε πολύ καλή ποιότητα, ειδικά σε σύγκριση με σήμερα. Υπήρχαν ιστορικές ομάδες και πολλοί έμπειροι παίκτες που είχαν κάνει καριέρα και στην πρώτη κατηγορία. Μου άρεσε πάρα πολύ.
Έμεινα 1,5 χρόνο στην Καλλιθέα και μετά ακολούθησε η Δόξα Δράμας για δύο χρόνια. Το φοβερό είναι ότι για να μου δοθεί η ευκαιρία να πάω σε ομάδα Α’ Εθνικής, όπως η Ξάνθη, χρειάστηκε να περάσουν τριάμισι χρόνια και να βάλω 52 γκολ στην τότε Β’ Εθνική!
Και μιλάμε για ένα πρωτάθλημα που τότε είχε ΠΑΣ Γιάννινα, Ατρόμητο, Καβάλα, Ολυμπιακό Βόλου, Πανσερραϊκό και πολλές ιστορικές ομάδες. Έτσι ήταν οι εποχές. Έπρεπε να βάλω 52 γκολ για να αποδείξω ότι αξίζω την ευκαιρία στην Α’ Εθνική.
Σήμερα βλέπεις ένα παιδί 21-22 χρονών να βάζει 5-6 γκολ και να πηγαίνει αμέσως στη Super League. Έχουν αλλάξει πολύ τα πράγματα. Ποιοτικά τώρα είναι πολύ κατώτερη η Β’ Εθνική σε σχέση με τότε».
Ποια ιστορία θα θυμάσαι για πάντα από εκείνη την περίοδο στη Β’ Εθνική;
«Σίγουρα θα θυμάμαι για πάντα την Καλλιθέα, γιατί εκεί άρχισε να ακούγεται το όνομά μου στην Ελλάδα. Η Δόξα Δράμας ήταν πολύ σημαντική για μένα συναισθηματικά και αγωνιστικά. Από την πρώτη μέρα δέθηκα με την ομάδα και έμεινα δυο χρόνια. Κατάλαβα ότι αυτός ο σύλλογος άξιζε παραπάνω πράγματα και άξιζε να βρίσκεται σταθερά στην πρώτη κατηγορία.
Ομάδα με κόσμο και στην πόλη λάτρευαν όλοι την ομάδα. Σε δύο χρόνια έβαλα 33 γκολ και τότε ξεκίνησαν και οι πρώτες σοβαρές συζητήσεις με μεγάλες ομάδες.
Το 2010 υπήρξε επαφή με την ΑΕΚ. Με είχε πάρει τηλέφωνο τον Μάιο ο μεγάλος Ντούσκο Μπάγεβιτς και μου είχε πει ξεκάθαρα:
“Μικρέ, αυτή τη στιγμή έχω Μπλάνκο και Τζιμπούρ, ενώ έρχεται ο Λύμπε. Ένας από τους δύο θα φύγει, θα έρθεις εδώ συμπληρωματικά και θα παίρνεις σιγά-σιγά τις ευκαιρίες σου”. Τελικά δεν έφυγε κανείς και δεν μου δόθηκε αυτή η ευκαιρία.
Έξι μήνες μετά, όταν υπέγραψα στην Ξάνθη, προέκυψε κρούση από τον Ολυμπιακό. Για την ακρίβεια μεταξύ των ομάδων ήταν τελειωμένη υπόθεση αλλά τότε δεν ήξερε κανείς ότι είχα κλείσει στην Ξάνθη. Ο τότε πρόεδρος της Δόξας, Αθανάσιος Σάμιος, ήταν από τον Πειραιά και τα είχε βρει με τον Ολυμπιακό. Όλα γίνονται για κάθε λόγο.
Τότε είχε σταματήσει ένας άλλος συμπατριώτης μου, ο Ντάρκο Κοβάσεβιτς, και με πήρε τηλέφωνο για τη μεταγραφή μου. Μου έλεγε πότε είναι η πτήση μου, ποιος θα με πάρει από το αεροδρόμιο κλπ. Του είπα: “Ντάρκο είσαι ο πρώτος που το μαθαίνει. Έχω ήδη υπογράψει με την Ξάνθη”. Έμεινε άφωνος. Ακόμα το θυμάται και μου το έλεγε πρόσφατα πριν από ένα ματς με τον Ολυμπιακό στο Αγρίνιο.
Η Ξάνθη κινήθηκε πολύ γρήγορα. Εκείνη ήταν και η πρώτη χρονιά που ο Γιάννης Παπαδημητρίου είχε αναλάβει αθλητικός διευθυντής. Από τη στιγμή που έμαθαν για τον Ολυμπιακό κατάλαβαν ότι έκαναν καλή κίνηση.
Έμεινα στη Δράμα μέχρι το καλοκαίρι, συνέχισα να σκοράρω και τη σεζόν 2010-11 έβαλα 18 γκολ, χάνοντας για ένα γκολ τον τίτλο του πρώτου σκόρερ από τον Μπακαγιόκο του ΠΑΣ. Μεγάλος παίκτης. Ήταν άλλες εποχές. Πολύ δυνατή Β’ Εθνική και πραγματικά όμορφες αναμνήσεις».
«Με πήρε ο Μπάγεβιτς για να πάω στην ΑΕΚ, η Δόξα Δράμας είχε συμφωνήσει με τον Ολυμπιακό αλλά είχα ήδη υπογράψει στην Ξάνθη»
«Ο Μάνταλος από μικρός φαινόταν ότι είχε μεγάλη κλάση και δεν κρυβόταν, του έδωσα την ασίστ στο πρώτο του γκολ»
Και μετά ήρθε επιτέλους η Super League με την Ξάνθη…
«Ναι. Το καλοκαίρι του 2011, μετά από τόσα γκολ και τριάμισι χρόνια στη Β’ Εθνική, μου δόθηκε επιτέλους η ευκαιρία στα 25 μου να παίξω σε καλό επίπεδο. Το ποδόσφαιρο έτσι είναι. Κάποιες φορές ανεβαίνεις, μετά κάνεις ένα βήμα πίσω για να ξανανέβεις.
Στην Ξάνθη προσαρμόστηκα πολύ καλά. Έβαλα 9 γκολ στην παρθενική μου σεζόν στη Super League τη σεζόν 2011-12. Είχαμε εξαιρετική ομάδα τότε, με προπονητή τον Μαρίνο Ουζουνίδη, τον Πέτρο Μάνταλο στα πρώτα του βήματα, τον Παναγιώτη Βλαχοδήμο, τον Πόι, τον Μαρσελίνιο, τον Βάλλα που ήταν πραγματικός αρχηγός. Ήταν πολύ ωραία χρόνια».
Θέλω να μου πεις για τέσσερα άτομα που συνεργάστηκες στην Ξάνθη…
Για τον Γιάννη Παπαδημητρίου: «Ήταν ουσιαστικά ο άνθρωπος που με πήγε τότε στην Ξάνθη. Ήμουν από τις πρώτες μεταγραφές του Γιάννη, γιατί μόλις είχε σταματήσει το ποδόσφαιρο και είχε αναλάβει το πόστο στην ομάδα. Αυτός ήταν ο κύριος λόγος που είχα πάει. Εκείνος με προσέγγισε. Είχαμε κάνει δύο ραντεβού και ερχόταν στη Δράμα για να με δει.
Με έπεισε ότι η Ξάνθη, με αυτό το project, αυτές τις εγκαταστάσεις, με αυτή τη λειτουργία και τις συνθήκες που είχε, ήταν το κατάλληλο βήμα για μένα. Ότι μπορούσα να εξελιχθώ και να κάνω το επόμενο βήμα. Θυμάμαι ότι έκανε τα πάντα σωστά και χαίρομαι που τελικά τον δικαίωσα για την επιλογή του».
Για τον Πέτρο Μάνταλο: «Τεράστιο ταλέντο. Φαινόταν από τότε, παρότι ήταν πολύ μικρός, ότι είχε μεγάλη κλάση και τρομερή τεχνική κατάρτιση. Δεν κρυβόταν παρά την ηλικία του και έπαιρνε πρωτοβουλίες. Ήταν εμφανές ότι θα έκανε μεγάλη καριέρα».
Και να σου δώσω και μια… αποκλειστική πληροφορία: στο πρώτο γκολ του Πέτρου Μάνταλου στη Super League, εγώ ήμουν αυτός που του έδωσε την ασίστ πάρε – βάλε.
Ήταν στο Δόξα Δράμας – Ξάνθη, στο Καυτανζόγλειο. Εκείνη τη χρονιά, επειδή η Δόξα ανέβηκε αργά λόγω των γνωστών ιστοριών με Καβάλα και Ολυμπιακό Βόλου, με το Κoriopolis, η Δράμα έπαιζε στο Καυτανζόγλειο. Αυτό το θυμάμαι πολύ έντονα.
Γενικά είχαμε πολύ καλή χημεία με τον Πέτρο στην ομάδα. Ακόμα και τώρα που βλεπόμαστε και μιλάμε, χαίρομαι που τον βλέπω να συνεχίζει να παίζει σε τόσο υψηλό επίπεδο, σε μια ομάδα τεράστια με μεγάλη πίεση όπως η ΑΕΚ. Και ειδικά στην ηλικία που είναι πλέον, συνεχίζει να προσφέρει. Αυτό είναι πολύ σημαντικό. Ξέρω ότι ανανέωσε κιόλας και του εύχομαι πραγματικά να συνεχίσει όσο νιώθει καλά».
«Ο Πανόπουλος άφησε το τσάρτερ να φύγει άδειο, μας έφερε από την Κέρκυρα με το πούλμαν και μας έκλεισε στο ξενοδοχείο μέχρι το επόμενο ματς»
Για τον Μαρίνο Ουζουνίδη: «Ο Μαρίνος είχε έρθει στην Ξάνθη σχετικά νωρίς στην προπονητική του πορεία. Εκείνη τη χρονιά είχαμε φτιάξει πολύ καλή ομάδα. Ειδικά στον πρώτο γύρο ήμασταν φανταστικοί και ήμασταν πολύ ψηλά στη βαθμολογία.
Θυμάμαι τη μεγάλη νίκη με τον Ολυμπιακό τον Ιανουάριο του 2012, με γκολ του Βλαχοδήμου από ασίστ του Βασιλακάκη.
Είχαμε πολύ καλή σχέση με τον Μαρίνο. Πολύ καλός προπονητής. Με βοήθησε πολύ. Για μένα εκείνη η χρονιά ήταν πολύ σημαντική για μένα, γιατί έπρεπε να αποδείξω και στον εαυτό μου αλλά και σε όλους ότι ανήκω σε αυτό το επίπεδο. Ότι κακώς είχα μείνει τόσα χρόνια στη Β’ Εθνική. Αλλά τελικά έτσι έπρεπε να γίνει και χαίρομαι για όλη τη διαδρομή μου».
Για τον Χρήστο Πανόπουλο: «Ο Πανόπουλος για μένα ήταν ο ορισμός του προέδρου. Ήταν αυστηρός, αλλά είχε τον τρόπο του, ειδικά όταν κάτι δεν πήγαινε καλά, και είχε τον τρόπο του να αγκαλιάσει και να στηρίξει τους παίκτες όταν έβλεπε ότι προσπαθούν.
Το πιο χαρακτηριστικό περιστατικό που θυμάμαι ήταν την πρώτη μου χρονιά στην Ξάνθη. Είχαμε ξεκινήσει πολύ καλά, αλλά μετά κάναμε τέσσερις συνεχόμενες ήττες και πηγαίναμε να παίξουμε στην Κέρκυρα.
Η ομάδα είχε κανονίσει τσάρτερ από τη Χρυσούπολη για Κέρκυρα. Η Ξάνθη τότε λειτουργούσε πραγματικά σαν μεγάλο ευρωπαϊκό κλαμπ.
Πάμε στην Κέρκυρα, χάνουμε εύκολα 2-0 και δεν βλεπόμαστε. Μετά το παιχνίδι μας ενημερώνουν: “Το τσάρτερ έφυγε. Ο πρόεδρος έχει τρελαθεί”. Είχε φύγει μόνο του το αεροπλάνο και εμείς θα επιστρέφαμε με πούλμαν!
Χάσαμε πέμπτο συνεχόμενο ματς από μια Κέρκυρα που πάλευε να σωθεί και ήμασταν απαράδεκτοι. Θέλαμε 10 ώρες να φτάσουμε από την Κέρκυρα στην Ξάνθη με το πούλμαν.
Μπήκαμε στο λεωφορείο, πήραμε καράβι από Κέρκυρα για Ηγουμενίτσα και εκεί μας πήρε τηλέφωνο ο πρόεδρος και είπε: “Μόλις φτάσετε στα Πηγάδια, θα μπείτε όλοι στο Le Chalet και θα μείνετε εκεί μέχρι το επόμενο παιχνίδι”.
Το επόμενο ματς ήταν με τον ΠΑΣ Γιάννινα, την άλλη Κυριακή, εντός έδρας. Εγώ τότε είχα τη γυναίκα μου έγκυο στο πρώτο μας παιδί και το πρώτο πράγμα που σκέφτηκα ήταν ότι θα μείνουμε μια εβδομάδα κλεισμένοι στο ξενοδοχείο.
Και έτσι έγινε. Πήγαμε “σκοτωμένοι” στο Le Chalet και μείναμε μια εβδομάδα μέσα, μόνο προπόνηση και ξενοδοχείο.
Έρχεται το παιχνίδι με τον ΠΑΣ και από το 50′ χάναμε 0-2! Τελικά καταφέραμε να μειώσουμε σε 1-2, όμως και πάλι χάσαμε. Ο πρόεδρος καλά έκανε και στήριξε τον προπονητή.
Μετά το παιχνίδι, ο Πανόπουλος μπήκε στα αποδυτήρια και είπε: “Έτσι θέλω να βλέπω την ομάδα να παλεύει. Δεν με νοιάζει αν κερδίζετε ή χάνετε”.
Μάλιστα μας είχε τάξει και πριμ για την προσπάθεια που φυσικά δεν πρόκειται να τα παίρναμε. Θυμάμαι τον αρχηγό, τον Σπύρο Βάλλα, να λέει: “Μ@λ@κ#ς μην το σκέφτεστε καθόλου. Είμαστε σκ@τα@. Απλώς προσπαθεί να μας μαλακώσει επειδή προσπάθησε τα πάντα”.
Είχαμε φτάσει τις οκτώ συνεχόμενες ήττες και από εκεί που κάναμε πορεία Ευρώπης, φτάσαμε να παίζουμε την παραμονή απέναντι στη Δόξα Δράμας στα Πηγάδια. Ευτυχώς κερδίσαμε με γκολ του Βασιλακάκη και σωθήκαμε.
Έχω τις καλύτερες αναμνήσεις από αυτόν. Ο Πανόπουλος λειτουργούσε πραγματικά σαν πρόεδρος ευρωπαϊκού συλλόγου. Τα είχε όλα οργανωμένα στην εντέλεια. Η Ξάνθη τότε λειτουργούσε σε ευρωπαϊκά πρότυπα».
Κοιτάζοντας πίσω, έχεις κάποιο παράπονο από τον εαυτό σου; Κάτι που θα μπορούσες να είχες κάνει διαφορετικά;
«Στο ποδόσφαιρο, για να γίνουν κάποια πράγματα και να σου δοθεί η ευκαιρία να φτάσεις σε μια μεγάλη ομάδα ή να αλλάξεις επίπεδο, πρέπει να έρθουν όλα στο σωστό timing.
Εγώ είχα δύο ευκαιρίες για μεγάλες ομάδες που τελικά δεν προχώρησαν για διάφορους λόγους. Πιστεύω ότι άξιζα μια ευκαιρία. Δεν ξέρω αν θα πετύχαινα ή όχι, αλλά θεωρώ ότι άξιζα την ευκαιρία μου».
Ίσως βιάστηκες να κλείσεις στην Ξάνθη;
«Δεν μπορώ να το ξέρω αυτό και δεν το μετάνιωσα ποτέ. Το έβλεπα καθαρά ποδοσφαιρικά. Μου άρεσε το πρότζεκτ, η προσέγγιση, ο τρόπος που δούλευαν στην Ξάνθη με νέους παίκτες, όλη η φιλοσοφία. Μόνο δικαιωμένος είμαι για την επιλογή μου.
Γενικά είμαι περήφανος για όσα έχω κάνει στην Ελλάδα. Μπορεί να μην έπαιξα σε ομάδα του λεγόμενου “Top 4”, αλλά ως ξένος ποδοσφαιριστής να έχεις πάνω από 100 γκολ στην Ελλάδα δεν είναι λίγο.
Υπάρχουν λίγοι παίκτες που το έχουν καταφέρει. Θυμάμαι ονόματα όπως ο Περόνε και ο Τζιμπούρ, που έπαιξαν σε Α’ και Β’ Εθνική, αλλά συνολικά δεν ξέρω αν έχουν περισσότερα γκολ από μένα. Εγώ είχα περίπου 60 γκολ στη Β’ Εθνική και πάνω από 40 στην Α’ Εθνική. Συνολικά ξεπέρασα τα 100».
«Είμαι περήφανος για όσα έχω κάνει στην Ελλάδα, δεν είναι λίγο για ξένος να έχει πάνω από 100 γκολ»
«Το προπονητικό της Σέριφ κοντράρει τις εγκαταστάσεις της Ρεάλ, το Τίρασπολ είναι κράτος εν κράτει»
Και μετά την Ξάνθη έφυγες για λίγο από την Ελλάδα…
«Μετά τη δεύτερη χρονιά στην Ξάνθη, όπου είχα συμβόλαιο τριών ετών και ξεκίνησα πάλι πολύ καλά, έγιναν κάποιες αλλαγές. Έφυγε ο Μαρίνος Ουζουνίδης, ήρθε για λίγο ο Κωστένογλου και μετά από ένα μήνα επέστρεψε ξανά ο Μαρίνος! Τα είχε κι αυτά ο Πανόπουλος. Κάποια στιγμή έχασα τη θέση του βασικού – πράγματα που συμβαίνουν στο ποδόσφαιρο.
Τον Φεβρουάριο του 2013 ήρθε πρόταση από τη Σέριφ Τιρασπόλ. Όταν άκουσα για τη Σέριφ, ήξερα ότι ήταν ομάδα που έπαιζε Ευρώπη, έπαιρνε πρωταθλήματα και είχε συμμετοχές σε ευρωπαϊκές διοργανώσεις.
Στην αρχή το σκεφτόμουν αρκετά. H προσφορά ήταν πολύ καλή και για μένα και για την ομάδα. Αλλά τελικά αποφάσισα να δοκιμάσω κάτι διαφορετικό. Να ζήσω και σε ένα διαφορετικό ποδοσφαιρικό περιβάλλον. Έχω φοβερές αναμνήσεις από εκεί.
Όλοι ξέρουν ότι το Σέριφ δεν είναι πρωτεύουσα της Μολδαβίας, είναι άλλη πόλη. Πάω να υπογράψω, φτάνω στο Κισινάου που είναι η πρωτεύουσα, ξεκινάμε με αυτοκίνητο προς το Τίρασπολ και ο δρόμος ήταν πολύ κακός, χωρίς φώτα και με λακούβες. Κάποια στιγμή είπα “δεν πάμε καλά, πάμε κάπου άλλου”. Tελικά φτάσαμε και βρήκαμε… σύνορα. Είναι άλλο κράτος. Όσο μπορούσα να καταλάβω τότε, γιατί δεν μιλούσα και τη γλώσσα, μου εξήγησαν ότι είναι κράτος εν κράτει.
Δηλαδή μετά το 1991, όταν διαλύθηκε η Σοβιετική Ένωση, το κομμάτι όπου βρίσκεται η Τίρασπολ, η Υπερδνειστερία, ήθελε ανεξαρτησία. Επειδή το 99% του πληθυσμού εκεί είναι Ρώσοι, κράτησαν αυτή την περιοχή σαν ανεξάρτητο κράτος. Ήταν πραγματικά κράτος εν κράτει. Κάποια στιγμή, ενώ έλεγα ότι είμαι στη Μολδαβία, ξαφνικά μπαίνω σε άλλο κράτος, με άλλο νόμισμα, άλλη αστυνομία, άλλο στρατό.
Μπαίνω στην πόλη και ήταν το πρώτο σοκ. Εκεί άρχισα να κάνω και δεύτερες σκέψεις. Όμως όταν έφτασα στο προπονητικό κέντρο, είδα κάτι πραγματικά απίστευτο. Δεν έχω πάει στις εγκαταστάσεις της Ρεάλ Μαδρίτης, αλλά πιστεύω ότι της Σέριφ μπορούν να τις κοντράρουν.
Η Σέριφ δεν είναι απλά ομάδα. Είναι εταιρεία. Έχει σούπερ μάρκετ, βενζινάδικα, τα πάντα. Το όνομα “Sheriff” δεν είναι τυχαίο. Ο ιδιοκτήτης ήταν υψηλόβαθμος Ρώσος αξιωματούχος και λέγανε ότι ήταν πολύ κοντά στον Πούτιν. Είχε μετατρέψει ολόκληρη την πόλη σε ιδιωτική πόλη. Ήταν φοβερό.
Εγώ πήγα εκεί χωρίς να ξέρω πραγματικά τι θα συναντήσω. Ήξερα μόνο ότι το γήπεδο και οι εγκαταστάσεις ήταν απίστευτες, αλλά αυτά που είδα ξεπέρασαν κάθε προσδοκία. Από τη στιγμή που πήρα την απόφαση, δεν ήθελα να κάνω πίσω. Πήγα, υπέγραψα για 3,5 χρόνια, μπήκα κατευθείαν να παίξω. Πήραμε πρωτάθλημα, έβαλα αρκετά γκολ και όλα πήγαιναν καλά.
Το καλοκαίρι ξεκινήσαμε προκριματικά Champions League. Δεν μπήκαμε τελικά στους ομίλους, γιατί αποκλειστήκαμε από τη Ντιναμό Ζάγκρεμπ, αλλά καταφέραμε να μπούμε στους ομίλους του Europa League».
Μετά τη Σέριφ πήγα για λίγο στο Ισραήλ. Εκεί έκανα κακή επιλογή. Η ομάδα λειτουργούσε τελείως διαφορετικά. Στη Σέριφ άλλαζαν παίκτες κάθε έξι μήνες, ανεξάρτητα από το αν έπαιζες καλά ή όχι. Ανανεωνόταν συνεχώς το ρόστερ, ειδικά τους ξένους.
Παρότι είχα υπογράψει για 3,5 χρόνια, μετά από έξι μήνες έπρεπε να βρω κάτι άλλο. Πήγα στο Ισραήλ, στην Μπνέι Σαχίν, για λίγο και αυτή μπορώ να πω ότι δεν ήταν καλή απόφαση. Όλα ήταν κάτω από το επίπεδο που είχα συνηθίσει να δουλεύω σε Ξάνθη και Σέριφ.
Θυμάμαι χαρακτηριστικά ότι διάλεξα νούμερο φανέλας και στο πρώτο παιχνίδι εμφανίστηκα με άλλο νούμερο. Τους ρώτησα πώς γίνεται αυτό και μου είπαν ότι δεν είχαν… φανέλα στο νούμερο μου! Μου είπαν ότι αλλάζουν κάθε αγωνιστική αριθμό στη φανέλα»,
Έχεις αγαπημένο νούμερο;
«Το 9 το φόρεσα μόνο στη Σέριφ και στον Λεβαδειακό. Το 15 είναι το νούμερο που έχω φορέσει πιο πολύ, γιατί ο μεγάλος μου γιος γεννήθηκε στις 15 Ιουλίου του 2012. Από την Κέρκυρα και μετά, σχεδόν παντού έπαιζα με το 15. Στην Κέρκυρα, στον Παναιτωλικό, στον Απόλλωνα και στην Καλαμάτα που τελείωσα την καριέρα μου.
Στην Ξάνθη είχα το 10, στη Δόξα Δράμας πρώτα το 19 και μετά το 10, στην Καλλιθέα το 33».
Ακόμα ένα «κουτάκι» που έχει τικάρει είναι ότι έπαιξες στην Ευρώπη…
«Ναι, εκτός από τη Σέριφ και με την Παρτίζαν είχα παίξει Ευρώπη. Και εκεί έχω μια τρομερή ιστορία.
Το 2006 μπήκαμε στους ομίλους του Κυπέλλου UEFA, πριν γίνει Europa League. Ήμασταν με Ρέιντζερς, Μακάμπι Χάιφα, Λιβόρνο και Οσέρ. Πρώτο παιχνίδι με τη Λιβόρνο στο Βελιγράδι. Νοέμβρης, κρύο, γεμάτο γήπεδο. Κερδίζαμε 1-0 μέχρι το 87’. Εκείνη τη στιγμή ήμουν έτοιμος να μπω αλλαγή στη θέση του Νέναντ Μιροσάβλιεβιτς, που ήταν στις “χρυσές” χρονιές του ΑΠΟΕΛ. Ήταν η πρώτη μου ευρωπαϊκή συμμετοχή και είχα πολύ άγχος.
Τη στιγμή που μπαίνω, ο τερματοφύλακας της Λιβόρνο και πρώην της Μίλαν, ο Μάρκο Αμέλια, ανεβαίνει μπροστά για μια εκτέλεση φάουλ κοντά στην περιοχή. Ήταν πολύ νωρίς για να ανέβει τερματοφύλακας, αλλά είχε… πέσει στα γόνατα για να παρακαλέσει τον προπονητή να ανέβει.
Μπαίνω εγώ αλλαγή, εκτελείται το φάουλ και ο Αμέλια βάζει γκολ. 1-1. Τελειώνει έτσι το παιχνίδι.
Την επόμενη μέρα, ο προπονητής μάς, ο Γέσιτς, έκανε ομιλία και με ρώτησε:
“Μικρέ, ποιος είχε τον τερματοφύλακα;”
Του λέω: “Κόουτς, μόλις είχα μπει μέσα…”
Και μου απαντάει: “Το ξέρω ότι μόλις μπήκες. Εγώ σε έβαλα. Ποιον είχες όμως; Ποιος έπρεπε να πάρει τον τερματοφύλακα;”
Σαν να ήθελε να ρίξει σε μένα το φταίξιμο επειδή ήμουν ο μικρός. Ήταν απίστευτο. Ήταν σουερεάλ κατάσταση.
Από αυτό το ματς δεν θα ξεχάσω και ότι έπαιζε ο Σάμι Κουφούρ. Εγώ μικρός έβλεπα τον τελικό Μπάγερν – Μάντσεστερ στο Καμπ Νόου το 1999, πέφτει στα γενέθλιά μου και θυμάμαι την εικόνα του Κουφούρ να κλαίει στο τέλος. Και λίγα χρόνια μετά έπαιζα απέναντί του!
Μπαίνω μέσα, τον κοιτάω και είχε… κοιλίτσα. Ήταν στα “τελειώματα” της καριέρας του. Με κοιτάει κι αυτός και μου κάνει ένα βλέμμα λες και λέει: “Έλα εδώ μικρέ”».
«Στο πρώτο μου ευρωπαϊκό ματς μπήκα αλλαγή και στο ίδιο λεπτό φάγαμε γκολ από τον τερματοφύλακα»
«Όταν δεν ερχόταν το γκολ μου έβγαινε σε πείσμα, έχασα… άχαστο σε Πανιώνιος – Παναιτωλικός και δεν κοιμήθηκα δύο εβδομάδες»
Ποιο είναι το πιο όμορφο γκολ που έχεις πετύχει και ποια ή πιο… άχαστη ευκαιρία;
«Αυτό που έβαλα και πραγματικά είπα “πώς μπήκε;” και είχα πάρει και βραβείο τότε, ήταν όταν ήμουν στην Ξάνθη. Εργοτέλης – Ξάνθη, ήταν ένα βολέ χωρίς να σκάσει η μπάλα κάτω.
Φοβερό όμως ήταν και το γκολ που έχασα — και ακόμα δεν το πιστεύω — στο Πανιώνιος – Παναιτωλικός. Πάνω στη γραμμή. Εκεί είπα «όχι, όχι, δεν το έχασα». Μιλάμε πάνω στη γραμμή. Να θες να το χάσεις, δεν το χάνεις. Δεν χάνεται.. Ήταν τη σεζόν 2015-16, που ήμουν πρώτος σκόρερ. Είχα βάλει οκτώ γκολ, αλλά αυτό το χαμένο γκολ ακόμα…
Από εκείνη τη στιγμή που το χάνω, μέχρι να βάλω γκολ με τον Πλατανιά για το 1-1 στο τέλος, δεν είχα κοιμηθεί. Δύο εβδομάδες δεν είχα κοιμηθεί».
Για έναν φορ που το γκολ είναι η ζωή του πόσο εύκολο είναι να το διαχειριστείς όταν περνάς περίοδο που απλά δεν μπαίνει η μπάλα μέσα;
«Εγώ δυσκολεύτηκα πάρα πολύ εκείνη την περίοδο και πέρασα δύσκολες μέρες. Ξέρεις, όπως κάθε παίκτης, υπάρχουν φάσεις που κάτι θα διαβάσεις και θα σε πειράξει. Αλλά είχα πολύ πείσμα και πραγματικά ζούσα για την επόμενη στιγμή που θα το βάλω.
Και τελικά, πολύ γρήγορα, στην Κρήτη με τον Πλατανιά, βάζω ένα γκολ στο τέλος και ισοφαρίζω ενώ παίζαμε με δέκα παίκτες. Τότε ο Πλατανιάς είχε πολύ καλή ομάδα. Αυτό με βοήθησε να το ξεπεράσω κάπως. Όταν περνούσα δύσκολες περιόδους μου έβγαινε σε πείσμα».
Ως παίκτης σε επηρέαζε αυτά που έγραφαν τα media και όσα έλεγε ο κόσμος;
«Σίγουρα. Όταν όλα πάνε καλά και βάζουμε γκολ διαβάζουμε “παικταρά μου” και αισθανόμαστε σημαντικοί. Όταν όμως τα πράγματα είναι άσχημα τότε η κατάσταση γίνεται δύσκολη. Έχει τύχει να διαβάσω και εγώ κάτι αρνητικό και να με επηρεάσει. Έγινε κάποιες φορές και το ξεπέρασα μετά επειδή κατάλαβαν πως μόνο κακό κάνει».
Και πώς προέκυψε η επιστροφή στην Ελλάδα;
«Φεύγω από το Ισραήλ, είναι Ιανουάριος του 2014, και επιστρέφω στη Σέριφ. Είχα ήδη ξεκινήσει τη χρονιά εκεί, είχα παίξει και δύο προκριματικά. Έφυγα, πήγα στο Ισραήλ, έπαιξα λίγα παιχνίδια, οπότε δεν μπορούσα να πάω να παίξω σε τρίτη ομάδα μέσα στην ίδια χρονιά. Απαγορευόταν τότε, όπως απαγορεύεται και τώρα. Μπορείς να υπογράψεις σε τρεις ομάδες, αλλά να παίξεις μόνο σε δύο.
Οπότε αναγκαστικά επέστρεψα και το εξάμηνο από τον Ιανουάριο μέχρι το καλοκαίρι του 2014 δεν συμμετείχα καθόλου. Δεν είχα ούτε μία συμμετοχή. Ήταν η πιο δύσκολη χρονιά στην καριέρα μου. Από το πέρασμα στο Ισραήλ μέχρι την επιστροφή στη Σέριφ που έκανα γύρο – γύρο μόνος μου.
Το κλαμπ είχε αποφασίσει να πάρει άλλον. Για αυτούς ήταν φυσιολογικό. Για μένα, συναισθηματικά και πνευματικά, δεν ήταν εύκολο. Προσπαθούσα όμως να κρατηθώ σε καλή κατάσταση. Δούλευα παραπάνω, έκανα επιπλέον πράγματα, ώστε να είμαι έτοιμος για το καλοκαίρι. Ήθελα να φύγω παρόλο που είχα ακόμα δύο χρόνια συμβόλαιο.
Εκείνο το καλοκαίρι έπρεπε να αποφασίσω τι θα κάνω. Και το πρώτο πράγμα που είχα στο μυαλό μου ήταν η Ελλάδα. Όχι συγκεκριμένη ομάδα — η Ελλάδα γενικά. Ο μεγάλος μου γιος είχε γεννηθεί στην Ελλάδα και φύγαμε όταν ήταν έξι-οκτώ μηνών. Το 2014 είχε πλέον κλείσει τα δύo του χρόνια και θεωρούσα ότι έπρεπε να επιστρέψουμε. Ο κόσμος με αγαπούσε, είχα ήδη χτίσει ένα όνομα και ήμουν 28 χρονών, δηλαδή σε κομβικό σημείο της καριέρας μου.
Υπήρχε μεγάλη διαφορά στο οικονομικό, αλλά πραγματικά εκείνη τη στιγμή αυτό δεν έπαιζε κανέναν ρόλο για μένα. Το μόνο που σκεφτόμουν ήταν να επιστρέψω και να έχω σημαντικό ρόλο σε ομάδα Α’ Εθνικής. Και αυτή η ευκαιρία ήρθε από την Κέρκυρα.
Στην Κέρκυρα ήταν προπονητής ο Μιχάλης Γρηγορίου, στην πρώτη του χρονιά στην Α’ Εθνική. Όσο βοήθησε εκείνος εμένα, θεωρώ ότι βοήθησα κι εγώ εκείνον.
Τη δεύτερη χρονιά μας στη Δράμα είχε καταφέρει να ανεβάσει την ομάδα κατηγορία και αυτό ήταν πολύ σημαντικό για εκείνον. Εκείνη τη χρονιά εγώ έκανα την καλύτερη σεζόν της καριέρας μου, με 18 γκολ.
Οπότε το 2014 με πήρε τηλέφωνο και μου είπε: “Μάρκο, είμαι στην Κέρκυρα, φτιάχνω καλή ομάδα. Δεν ξέρω τι πήγε λάθος με σένα, βλέπω έναν χρόνο… δεν υπάρχεις. Έλα εδώ. Τα λεφτά είναι συγκεκριμένα, αλλά δεν νομίζω ότι αυτό παίζει ρόλο για σένα. Έλα εδώ να γίνεις καλά. Ξέρω τι μπορείς να κάνεις. Να με βοηθήσεις και να σε βοηθήσω”. Και έτσι έγινε.
Πήγα και ξεκίνησαν όλα από την αρχή. Έκανα πολύ καλή χρονιά και αγωνιστικά σωθήκαμε, παρότι εκείνη τη σεζόν έπεφταν τέσσερις ομάδες.
Όμως το καλοκαίρι του 2015, για εξωαγωνιστικούς λόγους, βρήκαν πρόβλημα στα χαρτιά της Κέρκυρας και η ομάδα υποβιβάστηκε στις 18 Αυγούστου. Ούτε μία εβδομάδα πριν ξεκινήσει το πρωτάθλημα!
Εκείνο το καλοκαίρι είχαμε παίξει αρκετά φιλικά με τον Παναιτωλικό και σε κάθε παιχνίδι πήγαινα πολύ καλά. Ο Παναιτωλικός με είχε ήδη προσεγγίσει. Στις 18 πέφτει η Κέρκυρα, στις 19 λύνω το συμβόλαιο, στις 20 Αυγούστου υπογράφω στον Παναιτωλικό και στις 24 παίζουμε με τον Παναθηναϊκό στο Αγρίνιο και κάνω ντεμπούτο. Μέσα σε δύο μέρες είχαν αλλάξει όλα».
«Δεν έπαιζε ρόλο το οικονομικό, ήθελα να έχω σημαντικό ρόλο σε ομάδα Α’ Εθνικής»
«Όταν είδα τον κόσμο στη Νέα Σμύρνη είπα κάποια στιγμή θέλω να παίξω σε αυτή την ομάδα»!
Ποια είναι η πρώτη σου επαφή με τον Παναιτωλικό;
«Αρκετά χρόνια πριν πάω στην ομάδα και πριν παίξουμε καν αντίπαλοι. Το 2009 ήμουν στην Αθήνα επειδή έπαιζα στην Καλλιθέα και ενώ ήμουν στο δρόμο περνούσα από τη Νέα Σμύρνη που είναι κοντινές περιοχές και έτυχε να ήμουν εκεί την ημέρα του ιστορικού μπαράζ ανόδου.
Περπατούσα κοντά στο γήπεδο και έβλεπα παντού κόσμο με φανέλες του Παναιτωλικού. Έλεγα “Τι είναι αυτό;” .Ρώτησα έναν φίλο μου Κροάτη τι αγώνα είχε και έμεινα έκπληκτος ότι είχε μαζέψει τόσο κόσμο ομάδα για μπαράζ Γ’ Εθνικής. Κατάλαβα πως ήταν πολύ σημαντική ομάδα και έκτοτε είχα στο μυαλό μου πως μια μέρα θα μπορούσα να παίξω εκεί. Τελικά ήμουν τυχερός κι αυτό έγινε μερικά χρόνια αργότερα».
Ποιος σε προσέγγισε από τον Παναιτωλικό;
«Ο Μάκης Μπελεβώνης, που ήταν τότε γενικός αρχηγός της ομάδας. Θυμάμαι ότι ακόμα και στο τελευταίο φιλικό ήταν σαν να μου λέει: “Η Κέρκυρα θα πέσει. Έλα, τελείωνε και έλα από εδώ”.
Εγώ άκουγα διάφορα, αλλά πάντα όταν είχα συμβόλαιο δεν ασχολούμουν με τίποτα άλλο, έκανα μόνο εκεί focus. Οι άνθρωποι της Κέρκυρας, εννοείται, μάς έλεγαν ότι δεν υπάρχει περίπτωση να γίνει κάτι, αλλά φαινόταν ότι υπήρχε πρόβλημα γιατί δεν πληρωνόμασταν.
Με το που ακούσαμε ότι η ομάδα… τέλος, άφησα όλα τα χρωστούμενα και ήθελα μόνο να πάω στον Παναιτωλικό. Έλεγα στον εαυτό μου πως τώρα πρέπει να πάω, καθώς ήταν η ευκαιρία και η κατάλληλη στιγμή.
Γενικά στον Παναιτωλικό με ήξεραν επειδή είχα παίξει αρκετά παιχνίδια ως αντίπαλος και με την Ξάνθη και με την Κέρκυρα και είχα κάνει καλά παιχνίδια.
Τότε ο Παναιτωλικός είχε καθυστερήσει και δεν είχε πάρει ακόμα φορ. Ήταν σαν να ήξεραν ότι θα πέσει η Κέρκυρα και θα ερχόμουν εγώ. Εγώ με το που είδα ότι μπήκαμε να παίξουμε σε εβδομάδα πρωταθλήματος και έγινε αυτό με την Κέρκυρα το μόνο που σκέφτηκα ήταν αν ισχύει ακόμα η πρόταση του Παναιτωλικού.
Η ομάδα “πάγωσε” κάποιες άλλες επιλογές και ήρθα εγώ με τον Καμαρά. Εκείνη τη χρονιά έχασα δυο ματς λόγω καρτών και τις επόμενες 28 αγωνιστικές ήμουν βασικός! Είναι πολύ σπάνιο για έναν φορ. Είχα βάλει τότε 14 γκολ και είχα 17 μαζί με το Κύπελλο. Αν είχα βάλει εκείνη τη φάση στη Νέα Σμύρνη θα είχα όσα ο… αριθμός της φανέλας μου (γέλια)».
Ποια ήταν η σχέση σου με τον Μάκη Μπελεβώνη, τον νυν τεχνικό διευθυντή της ομάδας, όταν ήσουν παίκτης και πώς έχει εξελιχθεί τώρα που είστε συνεργάτες στον Παναιτωλικό;
«Εντάξει, μεταξύ μας πάντα υπήρχε μια καλή σχέση. Μπορεί να μην είχαμε παίξει πολλές φορές ως αντίπαλοι, λίγες ήταν. Όταν ο Μάκης ήταν στην Α’ Εθνική παλιότερα, εγώ έπαιζα Β’ Εθνική. Όταν ήταν στον Παναιτωλικό τη χρονιά της ανόδου, το 2009, εγώ ήμουν στη Δόξα Δράμας. Παίξαμε τότε μία φορά και ξανά τη σεζόν 2010-11. Εκεί γνωριστήκαμε.
Το δεύτερο κομμάτι ήταν όταν ήμουν στην Κέρκυρα και ήταν ήδη παράγοντας. Τότε υπήρξε μια επικοινωνία, ένα μικρό “φλερτ”, να το πω έτσι. Όταν ήρθα εδώ, το πρώτο πράγμα που μου είπε ήταν: “Είμαι πολύ χαρούμενος που είσαι εδώ”. Αυτό μου έμεινε.
Τώρα που είμαστε συνεργάτες και δουλεύουμε κάθε μέρα μαζί, πραγματικά είναι ένας άνθρωπος με τον οποίο ταιριάζω απόλυτα. Έχουμε πολλά κοινά. Καταλαβαίνουμε ο ένας τον άλλον χωρίς πολλές κουβέντες. Κάποιες φορές δεν μιλάμε καν. Αρκεί να κοιταχτούμε και καταλαβαίνουμε ο ένας τον άλλον. Αυτό είναι πολύ σημαντικό και νομίζω το αποκτήσαμε σε μικρό χρονικό διάστημα. Τρία χρόνια ουσιαστικά συνεργαζόμαστε καθημερινά.
Όταν ήμουν ποδοσφαιριστής δεν είχαμε τόσο στενή επαφή, κάτι που είναι φυσιολογικό. Το ίδιο κάνω κι εγώ τώρα με τους παίκτες. Είμαι κοντά τους, αλλά υπάρχει και μια απόσταση, όπως πρέπει.
Το 2022 έγινε προσέγγιση από την πλευρά του για να έρθω στην ομάδα και να αρχίσω να προσφέρω από άλλο πόστο πλέον. Άρα ο Μάκης με έφερε δύο φορές στον Παναιτωλικό.
Την πρώτη δεν ήταν μόνο αυτός φυσικά, αλλά είχε σημαντικό ρόλο γιατί κθ αυτός έτρεχε το αγωνιστικό κομμάτι. Τη δεύτερη φορά όμως ήταν ο βασικός άνθρωπος που με έφερε. Από το 2022 προσπάθησε πολύ να με πείσει».
«Ο Μάκης Μπελεβώνης με έφερε δύο φορές στον Παναιτωλικό, καταλαβαίνουμε ο ένας τον άλλον με τα… μάτια»
«Όταν ήρθα με την Ξάνθη στο Αγρίνιο ζήλεψα τον κόσμο του Παναιτωλικού, η πόλη και η ομάδα είναι ένα»
Πώς βίωσες ως παίκτης του Παναιτωλικού το Αγρίνιο, τον κόσμο και την ομάδα;
«Απίστευτα. Πραγματικά απίστευτα. Αυτό που είχα στο μυαλό μου τότε έγινε πραγματικότητα. Θυμάμαι εκείνο το παιχνίδι Παναιτωλικός – Ξάνθη, τη σεζόν 2010-11. Εγώ ήξερα ότι η Ξάνθη ήταν μια ομάδα που τα είχε όλα, όμως δεν είχε τον κόσμο του Παναιτωλικού, αυτόν τον φανατικό κόσμο που λατρεύει την ομάδα, αν και ήταν μια ομάδα υψηλού επιπέδου για την Α’ Εθνική εκείνης της εποχής.
Όταν ήρθα με την Ξάνθη και έπαιξα αντίπαλος στο Αγρίνιο, κατάλαβα ότι εδώ υπάρχει κάτι που μου ταιριάζει. Είχα μια… ποδοσφαιρική ζήλια. Έλεγα μέσα μου: “Μου αρέσει εδώ. Θέλω να παίξω εδώ, να βάζω γκολ και να πανηγυρίζω με αυτόν τον κόσμο”.
Ήταν πολύ σημαντικό που αυτό που είχα στο μυαλό μου τελικά έγινε. Έλεγα ότι κάποια στιγμή θα επιστρέψω στην Ελλάδα και αν είναι να παίξω κάπου, θέλω να έρθω εδώ. Και έτσι έγινε.
Οι καλύτερες αναμνήσεις μου από την Ελλάδα είναι από τη Δράμα και από τον Παναιτωλικό, γιατί δέθηκα πάρα πολύ με τον κόσμο. Και οι δύο ομάδες έχουν πολύ λαό, όχι μόνο στις πόλεις τους αλλά γενικότερα. Αυτό είναι που θυμάσαι και σε κάνει να αισθάνεσαι περήφανος: ότι κατάφερες μια ομάδα με τόσο κόσμο να σε λατρεύει».
Συνολικά στο Αγρίνιο μένεις 5,5 χρόνια. Τι σημαίνει ο Παναιτωλικός για το Αγρίνιο;
«Νομίζω ότι ο Παναιτωλικός και το Αγρίνιο είναι ένα. Αν πας οπουδήποτε και πεις “είμαι από το Αγρίνιο”, το πρώτο πράγμα που θα σου πει κάποιος είναι ο Παναιτωλικός. Έχει συνδεθεί απόλυτα το όνομα της πόλης με την ομάδα και αυτό είναι υπέροχο.
Ως ποδοσφαιριστής συνεργάστηκες με τρεις προπονητές στον Παναιτωλικό. Με τον κύριο Ματζουράκη, τον κύριο Χάβο και τον Πόντες. Τι θυμάσαι από αυτούς;
«Ο Πόντες έμεινε λίγο, αλλά ήταν πραγματικός κύριος. Πολύ καλός άνθρωπος. Είχε μια φιλοσοφία που δεν είναι εύκολη στην Ελλάδα. Νομίζω γενικά οι ξένοι προπονητές που έρχονται πρώτη φορά εδώ χρειάζονται χρόνο προσαρμογής. Εκείνος δεν τον είχε. Ξεκινήσαμε σχετικά καλά, ήρθε ένα κακό αποτέλεσμα και έφυγε. Παρ’ όλα αυτά είχαμε πολύ καλή συνεργασία.
Με τον Ματζουράκη επίσης είχα εξαιρετική συνεργασία. Είναι ένας άνθρωπος παλιάς κοπής, με τεράστια εμπειρία και μεγάλο όνομα στην προπονητική. Από την πρώτη στιγμή που ήρθε στο Αγρίνιο ήξερε ακριβώς τι ήθελε και πώς να το περάσει στους παίκτες.
Όταν ήρθε ο “Ματζουρ” είχα μόλις ένα γκολ στα πρώτα πέντε παιχνίδια. Το πρώτο πράγμα που μου είπε ήταν: “Εσύ είσαι επιθετικός, πρέπει να βάζεις γκολ”. Και στο πρώτο του παιχνίδι έβαλα αμέσως δύο γκολ στον Λεβαδειακό.
Μπορεί κάποιες φορές να μη συμφωνούσαμε όλοι με κάποιες ιδέες του, αλλά τον σεβόμασταν απόλυτα. Και εκείνη τη χρονιά βοήθησε πάρα πολύ την ομάδα να βρει τον δρόμο της και να σωθεί εύκολα.
Ο Χάβος θεωρώ πως για τους Παναιτωλικούς είναι ακόμα σημείο αναφοράς. Ο μόνος που μπορεί να συγκριθεί μαζί του σε αγωνιστικές επιτυχίες είναι ο Γιάννης Πετράκης. Με τον Χάβο συνεργάστηκα σχεδόν έναν χρόνο. Το πρώτο εξάμηνο όλα πήγαιναν καλά.
Την τελευταία μου χρονιά όμως είχε διαφορετικό σκεπτικό. Ήθελε άλλο τρόπο παιχνιδιού και εγώ ως κλασικός φορ δεν ταίριαζα τόσο πολύ σε αυτό. Θυμάμαι πολλές φορές έβαζε τον Χόρχε Ντίας στη θέση του φορ, ως ψευτο-9αρι. Για μένα εκείνη την περίοδο με… έτρωγε. Κατάλαβα ότι με τον τρόπο που ήθελε να παίζει ο Μάκης δεν ταίριαζα πλέον.
Έτσι, πολύ φιλικά, τον Γενάρη ζήτησα να φύγω από την ομάδα και έγινε με τον καλύτερο τρόπο, γιατί απλά δεν αισθανόμουν πλέον σημαντικός μέσα στο γκρουπ.
Γενικά, όταν ένιωθα ότι δεν έχω ρόλο σε μια ομάδα, δεν “καθόμουν” σε συμβόλαια. Ήθελα πάνω απ’ όλα να παίζω. Και αν δεις την καριέρα μου, σχεδόν σε όλες τις ομάδες ήμουν βασικός και έκανα γεμάτες χρονιές, χωρίς τραυματισμούς. Δεν έχανα παιχνίδια. Έχω κάνει σχεδόν 400 συμμετοχές στην Ελλάδα.
Μπορεί να μην είχαμε την καλύτερη επικοινωνία με τον Χάβο το τελευταίο εξάμηνο, επειδή ήμουν τσαντισμένος που δεν έπαιζα, όμως ήταν πολύ καλός προπονητής. Τον σεβόμουν, ήταν πολύ σημαντικός για τον Παναιτωλικό γι’ αυτά που κάνει. Ήταν δύσκολο για μένα να φύγω από εδώ επειδή περνούσα πολύ καλά στο Αγρίνιο, όμως έπρεπε να πάω σε ομάδα με πρωταγωνιστικό ρόλο κι έτσι χώρισαν οι δρόμοι μας».
«Ποτέ δεν καθόμουν στα συμβόλαια, Χάβος και Πετράκης είναι σημεία αναφοράς στον Παναιτωλικό»
«Όπως Αγρίνιο σημαίνει Παναιτωλικός, Λεβαδειακός σημαίνει… Κομπότης, όταν έκλεισα μου είπε: “Μας έχεις γ@μ#σε! τόσα χρόνια»
Μετά πήγες στον Λεβαδειακό. Ένα όνομα που έρχεται αμέσως στο μυαλό είναι ο ιδιοκτήτης της ομάδας, ο Γιάννης Κομπότης. Έχεις κάποια ιστορία για εκείνον που σου έχει μείνει;
«Ναι. Όταν έφυγα από τον Παναιτωλικό είχα κατευθείαν τρεις καλές προτάσεις: τον Λεβαδειακό, τον Απόλλωνα και τη Λαμία. Σκέφτηκα πολύ καλά τις επιλογές μου.
Στη Λαμία ήταν ο Μπάμπης Τεννές, ένας άνθρωπος που γνώριζα χρόνια. Πολύ έμπειρος και σοβαρός προπονητής. Κύριος. Η Λαμία τότε ξεκινούσε ουσιαστικά την πορεία της στην Α’ Εθνική και αυτό δεν είναι εύκολο. Αυτές οι ομάδες που ανεβαίνουν πρώτη φορά δυσκολεύονται στην πρώτη τριετία και ειδικά στην πρώτη χρονιά. Βλέπουμε την τελευταία πενταετία πως από τις ομάδες που ανεβαίνουν πέφτει τουλάχιστον η μία.
Από την άλλη, ο Λεβαδειακός είχε κάνει φοβερό πρώτο γύρο, με προπονητή τον Ανιγκό. Με πήραν τηλέφωνο και μου είπαν ξεκάθαρα: “Αν έρθεις εσύ, φεύγει ο Μπραντάο και παίρνεις τη φανέλα σπίτι. Έχουμε έναν μικρό, τον Ιωαννίδη, να είναι πίσω σου ως project”. Μου εξήγησαν το πλάνο, μου άρεσε όλο αυτό και πήρα την απόφαση να πάω εκεί. Ήμασταν και πιο κοντά στην Αθήνα, ενώ η γυναίκα μου ήταν έγκυος στο δεύτερο παιδί μας.
Ο πρόεδρος, ο Κομπότης, ήταν πάντα κύριος μαζί μου.Ο Λεβαδειακός είναι η ομάδα απέναντι στην οποία έχω σκοράρει τις περισσότερες φορές στην καριέρα μου. Έχω βάλει επτά γκολ απέναντί τους, έξι στην Α’ Εθνική και ένα στη Β’ Εθνική. Και θυμάμαι όταν έκλεισα, ο Κομπότης μου είπε: “Μας έχεις γ@μ#σε! τόσα χρόνια, τώρα ευτυχώς βρήκα την ευκαιρία και σε έφερα”.
Eίναι ένας παράγοντας παλιάς κοπής, με συγκεκριμένη λειτουργία. Ό,τι έχει καταφέρει με τον Λεβαδειακό το έχει κάνει ουσιαστικά μόνος του. Γιατί, κακά τα ψέματα, όπως Αγρίνιο σημαίνει Παναιτωλικός, Λεβαδειακός σημαίνει… Κομπότης!».
Μιας και τον ανέφερες, θέλω να σε ρωτήσω για τον Ιωαννίδη. Ως φορ και εσύ τι έβλεπες σε εκείνο το παιδί;
«Έβλεπα απίστευτα προσόντα. Τότε ήταν κάτω από 18 χρονών. Εγώ πήγα τον Ιανουάριο του ’18 και ο Φώτης είναι γεννημένος το 2000, που σημαίνει ότι τότε δεν είχε κλείσει καν τα 18 στο πρώτο εξάμηνο.
Αλλά ήδη έμπαινε μέσα με απίστευτο θράσος. Δεν τον ένοιαζε τίποτα. Είμαι σίγουρος ότι στο μυαλό του έλεγε “ποιος Μπραντάο, ποιος Μάρκο, ποιος οποιοσδήποτε”. Ήξερε ότι με την πρώτη ευκαιρία θα παίξει και θα καθιερωθεί.
Είχαμε πολύ καλή σχέση. Τον είχα από κοντά, κάναμε πράγματα μαζί και πραγματικά ήταν και πολύ καλό παιδί. Αυτό που έβλεπα ότι το μόνο που του έλειπε τότε ήταν η κεφαλιά. Παρότι ήταν ψηλό παιδί και δυνατός, δεν είχε καθόλου καλή κεφαλιά.
Θυμάμαι ότι κουβεντιάζαμε μαζί, μέναμε μετά την προπόνηση και δουλεύαμε μαζί. Μάλιστα, κάποια στιγμή παίζαμε δίδυμο μπροστά σε ένα ματς με την Ξάνθη και κερδίσαμε 0-1. Βάζει ένα γκολ στο 90′ με κεφαλιά και μου λέει “Είδες;”,
Χαίρομαι πάρα πολύ γι’ αυτόν. Το ξέρει κι ο ίδιος, τα έχουμε πει τόσες φορές. Και επειδή ξέρω ότι τελευταία ταλαιπωρήθηκε αρκετά με έναν τραυματισμό, εύχομαι να το ξεπεράσει γρήγορα, γιατί το ταβάνι του είναι πολύ υψηλό.
Και είναι καλό γενικά για την Ελλάδα να έχει έναν παίκτη με τέτοια χαρακτηριστικά, στην καλύτερη ηλικία της καριέρας του, σε ένα καλό πρωτάθλημα, να μπορεί να παλέψει και έχει δείξει στον Παναθηναϊκό τι πραγματικά μπορεί να κάνει.
Πραγματικά χάρηκα όσο χάρηκα και με τον Μάνταλο για την πορεία που έκανε. Τους έζησα και τους δύο από το ξεκίνημά τους».
«Ο Ιωαννίδης από μικρός έπαιζε με απίστευτο θράσος, τον είχα από κοντά»
«Είχα βάλει πολύ ωραίο γκολ στον Παναιτωλικό αλλά δεν μου έβγαινε να πανηγυρίσω»
Στον Λεβαδειακό είχες προπονητή τον Ανιγκό, ο οποίος μετά έμεινε πολλά χρόνια στον Ολυμπιακό. Τι θυμάσαι απ΄αυτόν;
«Ο Ανιγκό είναι τεράστια προσωπικότητα. Ήταν όλα υπέροχα το πρώτο πρώτο εξάμηνο για μένα, γιατί αισθανόμουν πάλι σημαντικός.
Το πιο δύσκολο κομμάτι ήταν όταν σκόραρα απέναντι στον Παναιτωλικό. Ήταν και πολύ ωραίο γκολ, αλλά δεν μου έβγαινε να πανηγυρίσω.
Γενικά, το πρώτο εξάμηνο στον Λεβαδειακό ήταν πολύ καλό. Τη δεύτερη χρονιά όμως ήταν και η πρώτη φορά που έπεσα κατηγορία με ομάδα της Super League. Είχαμε πολλά σκαμπανεβάσματα μέσα στη χρονιά, παλεύαμε μέχρι το τέλος αλλά δεν τα καταφέραμε. Και αυτό μου έχει μείνει σαν πίκρα.
Στα 33 μου, μετά από τόσα χρόνια στην Α’ Εθνική, το να πέσω κατηγορία μου στοίχισε, όμως δεν αξίζαμε κάτι περισσότερο».
Και μετά από πολλά χρόνια πήρες τη δύσκολη απόφαση να «κατέβεις» κατηγορία…
«Φεύγοντας από τον Λεβαδειακό περίμενα ότι θα κλείσω ξανά σε ομάδα Α’ Εθνικής. Έλεγα ότι, παρότι τα τελευταία χρόνια δεν πήγαν ιδανικά, καθώς είχα βάλει 3-4 γκολ, όμως με το background που είχα και όλη την πορεία μου, σίγουρα θα είχα τουλάχιστον μία πρόταση κι ας ήταν η τελευταία.
Είχα έρθει πολύ κοντά στο να πάω στην ΑΕΛ, με τον συγχωρεμένο τον Αλέξη Κούγια. Τελευταία στιγμή όμως χάλασε. Ο Κούγιας με είχε πάντα πολύ ψηλά και μου το έλεγε, αλλά για κάποιους… αδιανόητους λόγους, ενώ είχαμε συμφωνήσει, δεν έγινε η μεταγραφή.
Έτσι φτάνω στον Απόλλωνα το 2019. Ο Απόλλων είχε φτιάξει ένα ρόστερ επιπέδου Α’ Εθνικής, με παίκτες όπως ο Μπλάζιτς, ο Χουχούμης, ο Βουό, ο Ζήσοπουλος, ο Σαββας Τσαμπούρης, ο Μπεντινέλι».
Προπονητή τότε είχες τον Νίκο Παπαδόπουλο, ο οποίος έκανε φανταστική δουλειά φέτος στον Λεβαδειακό…
«Είχαμε τότε τον Νίκο Παπαδόπουλο, που για μένα είναι ένας από τους κορυφαίους Έλληνες προπονητές. Είχε πάρει τον Βουό που τον είχε στον ΟΦΗ, όμως έβλεπε ότι ήταν… βαρύς, παρόλο που είχε ποιότητα, και με πήρε τηλέφωνο στα μέσα Αυγούστου. Εκεί είχα ήδη καταλάβει ότι για κάποιο λόγο δύσκολα θα ερχόταν πρόταση από Super League.
Μου άρεσε το πρότζεκτ, η Αθήνα, το ρόστερ, ο τρόπος παιχνιδιού του Παπαδόπουλου που είχα ακούσει ότι είναι ανερχόμενος προπονητής και αποφάσισα να πάω. Κάναμε φοβερή χρονιά. Έβαλα οκτώ γκολ και το εντυπωσιακό ήταν ότι κάθε γκολ έδινε νίκη. Οκτώ γκολ, οκτώ νίκες. 100% επιτυχία! Σε ένα βαθμό αυτό έκανα και με τον Παναιτωλικό, με τα περισσότερα γκολ που πέτυχα.
Εμείς και ο ΠΑΣ Γιάννινα παλεύαμε να ανεβούμε. Τον Γενάρη έφυγε ο Νίκος Παπαδόπουλος και ήρθε ο Μπάμπης Τεννές. Μετά σταμάτησε το πρωτάθλημα λόγω Covid. Το συμβόλαιό μου τελείωνε το καλοκαίρι οπότε όσοι είχαμε μονοετές μείναμε ελεύθεροι, δίχως δικαίωμα να ανανεώσουμε ή να παίξουμε στα μπαράζ.
Ο Απόλλων τελικά με τα συμβόλαια που είχε ανέβηκε μέσω των μπαράζ με την Ξάνθη, η οποία για τον ίδιο λόγο έφυγαν όλοι οι παίκτες και ως αποτέλεσμα έπαιζε με πιτσιρίκια και έπεσε μετά από 31 χρόνια!
Πίστευα πραγματικά και περίμενα ότι παρόλο που ήμουν 34 θα έμενα στην ομάδα. Είχα πάει πολύ καλά και πίστευα πως με την μεγάλη εμπειρία μου με 200 παιχνίδια στην Α’ Εθνική θα είχα χώρο στην ομάδα. Έκανα ένα ραντεβού με τον πρόεδρο, τον Μονεμβασιώτη και μου είχε πει: “Ήσουν από τους λίγους που δεν έχω κανένα παράπονο. Με βοήθησες πάρα πολύ και είμαι πολύ χαρούμενος. Δώσε μου 10 μέρες αλλά να ξέρεις ότι θα είσαι εδώ. Είσαι παίκτης επιπέδου Α’ Εθνικής. Σε θέλω στο ρόστερ, όποιον κι αν πάρω, νεότερο ή καλύτερο”.
Οπότε ήμουν οκ. Έμενα ήδη στην Αθήνα, στο Μαρούσι, τα παιδιά πήγαιναν σχολείο, όλα ήταν τακτοποιημένα. Περίμενα όμως δεν γινόταν τίποτα. Εγώ ποτέ στη ζωή μου δεν έπαιρνα τηλέφωνο για να ρωτήσω αν θα υπογράψουν. Περίμενα πάντα να με καλέσουν αυτοί.
Δεν πήρα ποτέ στα χέρια μου κάτι επίσημο και κάπου στα μέσα Σεπτεμβρίου αρχίζω να σκέφτομαι το επόμενο βήμα. Ήμουν 34 χρονών και έλεγα ότι πρέπει να βρω ένα περιβάλλον που να είναι καλό και για την οικογένειά μου. Δεν με ένοιαζε η πόλη και η ομάδα αλλά το περιβάλλον για την οικογένεια μου.
Εκείνο το καλοκαίρι με προσέγγισε η Καλαμάτα. Τότε, λόγω αναδιάρθρωσης, έπαιζε στη Football League, η οποία ήταν τρίτη κατηγορία. Εγώ δεν είχα παίξει ποτέ Γ’ Εθνική στη ζωή μου. Ήταν η πρώτη φορά. Όμως μου άρεσε πολύ το πρότζεκτ. Η Καλαμάτα ήταν μια ανερχόμενη δύναμη, είχε έμπειρους παίκτες, ήταν ωραία πόλη και πίστευα ότι θα είναι καλό περιβάλλον και για την οικογένειά μου.
Την πρώτη χρονιά πήραμε πρωτάθλημα της τότε Football League. Ήταν το πρώτο πρωτάθλημα στην ιστορία της Καλαμάτας μέχρι το φετινό. Πάντα στις ανόδους της ήταν ως 2η-3η αλλά ποτέ ως πρώτη».
«Ο Παπαδόπουλος είναι από τους κορυφαίους Έλληνες προπονητές, ο Μονεμβασιώτης μου είχε πει ότι θα έμενα και δεν με κάλεσε ποτέ»
«Έπαθα χιαστό στα 35 μου και έβαλε στόχο να με δουν ξανά όρθιο οι γιοι μου στο γήπεδο»
Στην Καλαμάτα είχες και τον μοναδικό σου σοβαρό τραυματισμό…
«Τη δεύτερη χρονιά λέγαμε ότι πάμε να χτυπήσουμε την άνοδο και φτιάξαμε καλή ομάδα. Ουστιαστικά ο μόνος αντίπαλος ήταν ο Λεβαδειακός, που είχε πέσει. Είχαμε ενθουσιασμό. Ξεκινήσαμε με δύο ήττες, αλλά μετά κάναμε επτά συνεχόμενες νίκες. Και πάνω στην καλύτερη περίοδο, στην έβδομη συνεχόμενη νίκη, παθαίνω χιαστό.
Ήμουν 35,5 χρονών, έξι μήνες πριν λήξει το συμβόλαιό μου. Ιανουάριος του 2022. Πριν γίνει αυτό πίστευα ότι θα ανεβαίναμε με την Καλαμάτα και θα έκλεινα την καριέρα μου στη Γ’ Εθνική. Πραγματικά πάγωσαν όλα. Μία μέρα ξυπνούσα και έλεγα “σταματάω”. Το ίδιο βράδυ έλεγα “όχι, θα το παλέψω”. Δεν μπορούσα να αποφασίσω τι θα κάνω κι αν άξιζε να φτιάξω το γόνατο μου.
Πέρασαν οι μέρες, έκανα την επέμβαση και ελικά είπα ότι θέλω να γίνω καλά. Πρώτα για μένα και μετά για όλα τα άλλα. Είχα μια καριέρα χωρίς τραυματισμούς και ήθελα να τεστάρω τον εαυτό μου. Να δω τι μπορώ να κάνω. Ξεκίνησα αποκατάσταση. Χιαστός στα 35, με συμβόλαιο που τελείωνε, δεν είναι εύκολο πράγμα. Τι κουράγια να βρεις να το φτιάξεις. Εγώ έβαλα ένα στόχο στον εαυτό μου.
Ο μεγάλος μου γιος τότε ήταν 10 χρονών και ο μικρός 6. Και ο μεγαλύτερος στόχος μου ήταν να με δουν άλλη μία φορά όρθιο μέσα στο γήπεδο. Κανένας άλλος. Δεν ήξερα καν αν θα έβρισκα συμβόλαιο.
Κάποια στιγμή η σεζόν τελείωνε και ο πρόεδρος της Καλαμάτας, ο Γιώργος Πρασσάς, μου ζήτησε να μείνω κοντά στην ομάδα, ουσιαστικά σαν team manager, έστω και τραυματίας. Πήγαινα με νάρθηκα στα αποδυτήρια, ήμουν δίπλα στα παιδιά. Η ομάδα τελικά δεν τα κατάφερε και ανέβηκε ο Λεβαδειακός αντί για την Καλαμάτα.
Τελείωσε το συμβόλαιό μου και γύρισα στη Σερβία για αποκατάσταση. Βρήκα ένα εξαιρετικό κέντρο αποκατάστασης και δούλευα από το πρωί μέχρι το βράδυ καθημερινά. Έκανα απίστευτη δουλειά».
Στη Σερβία έγιε και η πρώτη επαφή για την επιστροφή σου στο Αγρίνιο…
«Ναι. Το καλοκαίρι του 2022 ο Παναιτωλικός έκανε προετοιμασία στη Σερβία. Εγώ δεν είχα ομάδα ακόμα και ήμουν περίπου στο 70%.
Πήρα τηλέφωνο τον Μάκη Μπελεβώνη, τον τεχνικό διευθυντή της ομάδας, με τον οποίο παρότι έχουμε απίστευτη σχέση δεν μιλούσαμε συχνά. Μιλούσαμε σπάνια αλλά από τότε είχαμε μεγάλη αλληλοεκτίμηση. Του είπα ότι θα περάσω να τους δω και έκανα 2,5 ώρες για να φτάσω από το σπίτι μου στο Βελιγράδι στο Ζλάτιμπορ.
Πήγα, κάθισα 2-3 μέρες μαζί τους, έβλεπα προπονήσεις, ήμουν με τον Μάκη και τα παιδιά του Παναιτωλικού. Πρώτη φορά στην καριέρα μου ήμουν χαλαρός, καθώς δεν είχα ομάδα για να έκανα προετοιμασία.
Κάποια στιγμή ο Μάκης μού λέει: “Θεωρώ ότι τελείωσες ως παίκτης. Έλα να ξεκινήσουμε μαζί. Να βοηθήσουμε ο ένας τον άλλον και την ομάδα. Έχω μείνει μόνος μου επειδή ο προηγούμενος έφυγε. Έλα εδώ σε παρακαλώ. Θα είναι το καλύτερο για όλους μας”.
Τον άκουσα πολύ προσεκτικά. Του είπα ότι αυτό που μου πρότεινε ήταν πολύ σημαντικό για μένα και με έκανε να αισθανθώ όμορφα. Αλλά του είπα, επεδή πάντα θέλω να είναι ειλικρινής: “Δεν είμαι έτοιμος ακόμα. Θέλω να τελειώσω μέσα στο γήπεδο. Δεν ξέρω που θα είμαι του χρόνου αλλά θέλω να γίνω καλά. Να παίξω έστω για ένα παιχνίδια”.
Ήταν μεγάλη τιμή για μένα και του είπα: “Αν του χρόνου ισχύει ακόμα αυτή η πρόταση, θα έρθω”.
Εκείνος δεν το περίμενε αυτό αλλά μου είπε: “Μαζί σου. Ενδεχομένως κι εγώ το ίδιο θα έκανα”.
Κάθισα, έφτιαξα το πόδι μου και γύρισα στην Καλαμάτα επειδή εκεί ήταν το σπίτι μου και έμενα επειδή τα παιδιά πήγαιναν σχολείο. Έκεί ήταν η βάση μου. Έμαθαν ότι έκανα πολύ καλή δουλειά, με φώναξαν για εργομετρικά και τα πέρασα με μεγάλη επιτυχία, Έπαθαν… πλάκα και μου πρότειναν να μείνω άλλον έναν χρόνο για να κλείσω εκεί την καριέρα μου. Είχαν και κάτι σαν υποχρέωση επειδή τραυματίστηκα με την Καλαμάτα.
Ανανέωσα και δεν με ενδιέφεραν τα χρήματα. Είχα μόνο έναν στόχο: να γίνω καλά και να ξαναπαίξω.
Και τελικά, ακριβώς έναν χρόνο μετά τον τραυματισμό, παίζω βασικός στην Τούμπα, στο Κύπελλο, απέναντι στον ΠΑΟΚ. Για μένα ήταν σαν να έκλεισε ο κύκλος όπως έπρεπε.
Έπαιξα ξανά κόντρα σε μια κορυφαία ομάδα, ήμουν δυνατός, έπαιξα ένα τελευταίο εξάμηνο και έβαλα και ένα τελευταίο γκολ στη Β’ Εθνική με πέναλτι σε νίκη επί του ΠΑΟ Ρουφ με 1-0. Μόλις τελείωσα τη σεζόν, μίλησα με τους ανθρώπους του Παναιτωλικού και τους είπα: “Αν ισχύει ακόμα αυτό που είχαμε πει πέρσι, έρχομαι”.
Έτσι, στις 18 Ιουνίου έπαιξα το τελευταίο επαγγελματικό παιχνίδι της καριέρας μου και την 1η Ιουλίου είχα ήδη ξεκινήσει στον Παναιτωλικό σε αυτόν τον ρόλο».
Αναφέρθηκες στον κύριο Πρασά, ο οποίος είνα ο άνθρωπος που ανέβασε την Καλαμάτα στην κορυφαία κατηγορία μετά από τόσα χρόνια. Τι σου έχει μείνει από αυτόν;
«Ο πρόεδρος εκεί έχει κάνει μεγάλο αγώνα. Είναι πολλά χρόνια εκεί, χει βάλει πολλά χρήματα και έχει επενδύσει πάρα πολλά για να ανέβει η ομάδα αλλά η Super League είναι πάρα πολύ δύσκολη κατηγορία. Νομίζω ότι ούτε οι ίδιοι εκεί δεν μπορούν να καταλάβουν πραγματικά πόσο απαιτητικό είναι αυτό το επίπεδο μέχρι να το ζήσουν».
«Ο κύκλος μου ως ποδοσφαιριστής έκλεισε στην Τούμπα και με το τελευταίο μου γκολ»
«Ο Κωστούλας είναι μεγάλος παράγοντας, θα είναι δύσκολο όταν έρθει η ώρα της αλλαγής»
Μετά από τρία χρόνια νιώθεις ακόμα ποδοσφαιριστής;
«Όσα έζησα ως ποδοσφαιριστής έγιναν μέρος του ποιος είμαι σήμερα και της προσωπικότητάς μου. Η πρώτη χρονιά ήταν κάπως περίεργη και γενικά από τις πιο δύσκολες χρονιές του Παναιτωλικού. Από τη μία πήγαμε στον ημιτελικό του Κυπέλλου και γράψαμε ιστορία και από την άλλω σωθήκαμε στο… τσακ. Έμαθα πολλά από αυτά που έγιναν στην πρώτη χρονιά.
Ευτυχώς είχα δίπλα μου άνθρωπο εμπιστοσύνης και μεγάλη εμπειρία, όπως είναι ο Μάκης, με αποτέλεσμα να κουμπώσουμε από την πρώτη ημέρα. Το μόνο που μας ενδιαφέρει είναι καθημερινά να δίνουμε το καλύτερο για τον σύλλογο».
Εκτός από τον Μάκη, τον τεχνικό διευθυντή της ομάδας, δύο άνθρωποι με τεράστια προσφορά στον σύλλογο είναι ο ιδιοκτήτης της ομάδας, ο κύριος Φώτης Κωστούλας και ο πρόεδρος της ομάδας, ο κύριος Γεράσιμος Μπελεβώνης. Πως είναι οι σχέσεις σας;
«Ο πρόεδρος είναι άνθρωπος που, μαζί με τον Κωστούλα, έχουν ταυτίσει τα ονόματά τους με τον Παναιτωλικό. Είναι άνθρωπος που είναι με τον μεγαλομέτοχο από την πρώτη μέρα μέσα στην ομάδα. Είναι πρόεδρος και είναι άνθρωπος που τον σέβονται όλοι. Τα καλύτερα έχω να πω.
Τα ίδια έχω να πω και για τον κύριο Κωστούλα. Μεγάλος παράγοντας. Όλο αυτό που έχει φτιάξει χρόνια στον Παναιτωλικό και όλη αυτή η φιλοσοφία είναι πραγματικά κάτι πρωτόγνωρο.
Κάποια στιγμή, όταν έρθει η ώρα αλλαγής, νομίζω ότι θα είναι δύσκολο να το υπηρετήσουν οι επόμενοι. Έχει την ομάδα σε μία τάξη, σε μία καλή βάση, οπότε η ομάδα έχει όλες τις προδιαγραφές κάποια στιγμή στο μέλλον να κάνει βήματα μπροστά».
Η θέση σου στην ομάδα είναι Team Manager. Ποια είναι η καθημερινότητα σου; Τι έχεις να κάνεις μέσα στη μέρα σου για τον Παναιτωλικό;
«Αυτό είναι μία καλή ερώτηση και δεν ξέρω τι να σου πω ακριβώς. Είναι πολλά. Φυσικά, το οργανωτικό κομμάτι της ομάδας και η συμμετοχή στα μεταγραφικά. Για μένα πρώτα απ’ όλα είναι ανθρώπινες σχέσεις. Πρέπει να είσαι ταυτόχρονα και κοντά αλλά και με απόσταση με τα παιδιά. Πρέπει να μπορούν να σε εμπιστευτούν, αλλά από την άλλη να μπορώ και να τους “κράξω”, να τους μαλώσω όταν θεωρώ ότι αυτό είναι σωστό.
Στα δύσκολα είμαι πάντα εκεί. Το ξέρουν γενικά οι παίκτες. Οι ποδοσφαιριστές είναι άνθρωποι. Όλοι βλέπουν μόνο τι κάνει μέσα στο γήπεδο, αν είναι σε καλή μέρα ή σε κακή. Εγώ θα σου δώσω ένα τρελό παράδειγμα από τα πολλά που έχω ζήσει.
Είχαμε έναν ξένο στην ομάδα που ήταν παιχταράς. Είχε μία γυναίκα και ένα παιδί. Κάποια στιγμή μαθαίνουμε ότι έχει χωρίσει οριστικά με τη γυναίκα του. Πλήρωνε διατροφή και όλα αυτά. Κάποια στιγμή η ίδια η γυναίκα, με την οποία είχε χωρίσει, επιστρέφει στο Αγρίνιο να ζήσει μαζί του, για να μεγαλώνει το παιδί και με τους δύο γονείς. Και όταν επέστρεψαν και έμειναν μαζί, έκαναν και δεύτερο παιδί!
Θέλω να σου πω ότι αυτό είναι ένα από τα πολλά παραδείγματα. Και τώρα εσύ πρέπει να δεις έναν παίκτη που έρχεται τρεις ώρες πριν την προπόνηση στο προπονητικό, κάθεται μόνος του και δεν μιλάει με κανέναν,πρέπει να βρεις τι πρόβλημα έχει, για να προσπαθήσεις να τον βοηθήσεις ώστε να δώσει στο γήπεδο αυτό που περιμένουν όλοι.
Δεν είναι μόνο αν σήμερα είναι καλά ως ποδοσφαιριστής. Μετράει πολύ και η προσωπική ζωή. Γιατί καλώς ή κακώς όλοι έχουν προσωπική ζωή. Οπότε σε μια ομάδα, για να μπορούν να αποδώσουν όλοι, πρέπει να είναι καλά γενικά. Πρέπει να αισθάνονται καλά. Πρέπει να αισθάνονται ότι όταν κάτι δεν πάει καλά ή όταν δεν παίζουν ότι υπάρχουν άνθρωποι που τους εμπιστεύονται. Πρέπει να τους λύσεις αυτά τα προβλήματα και είναι πολλά».
«Στα δύσκολα είμαι πάντα εκεί, μετράει πολύ η προσωπική ζωή των ποδοσφαιριστών»
«Είναι δίκαιο που ο κόσμος του Παναιτωλικού ζητάει το κάτι παραπάνω, αργά ή γρήγορα θα έρθει»
Γενικά υπάρχει και παράπονο από τον κόσμο για την ομάδα, ότι βάζει στο στόχους για κάτι παραπάνω, όπως τώρα με τα εκατό χρόνια, αλλά δεν τους πετυχαίνει, έχοντας βέβαια σταθερή διοίκηση και τις κατάλληλες εγκαταστάσεις. Τι έφταιξε φέτος;
«Εντάξει, νομίζω είναι δεδομένο ότι ο Παναιτωλικός, μετά από τόσα χρόνια συνεχόμενα στην πρώτη κατηγορία – αυτή τη στιγμή είναι η έκτη ομάδα σε συνεχόμενες παρουσίες στη Super League, εκεί δεν είναι ούτε η ΑΕΚ, ούτε ο Άρης, ούτε ο ΟΦΗ, ούτε ο Πανιώνιος, ούτε ο Ηρακλής, μιλάμε για 5 ομάδες με πιο μεγάλη ιστορία από εμάς – ο κόσμος εννοείται ότι ζητάει και κάτι παραπάνω και είναι δίκαιο. Αυτό για κάποιο λόγο μέχρι τώρα δεν έχει έρθει.
Η φετινή χρονιά θεωρώ ότι, λόγω και του εορτασμού των εκατό χρόνων, είχε μία έξτρα πίεση. Πέρσι η ομάδα στο τσακ έχασε το 5-8 και προπέρσι παρόλο που σώθηκε στο τέλος είχε μεγάλη ευκαιρία να πάει για πρώτη φορά σε τελικό Κυπέλλου και ακόμα σκεφτόμαστε τη φάση του Μπρούνο Ντουάρτε.
Φέτος υπήρχε αυτό το έξτρα κίνητρο αλλά και έξτρα πίεση. Από την πρώτη μέρα όλοι λέγαμε ότι φέτος πρέπει η ομάδα να πάει καλά και να κάνει κάτι για τα εκατό χρόνια. Υπήρχε μεγάλη πίεση, που προφανώς δεν βγήκε σε καλό και δεν πετύχαμε τους στόχους που θέλαμε.
Θα μπορούσες να μου πεις ότι δεν το έχουμε πετύχει εδώ και 14 χρόνια, αν και είχαμε φτάσει κοντά τότε με τον Χάβο αλλά νομίζω όμως ότι είναι θέμα χρόνου. Το πιστεύω πάρα πολύ. Υπάρχουν έμπειροι παράγοντες. Είναι θέμα χρόνου να γίνει το βήμα παραπάνω.
Ο στόχος μου, γιατί εγώ είμαι τρία χρόνια εδώ και τώρα είμαι εδώ αλλά του χρόνου μπορεί και να μην είμαι, καθώς έτσι είναι η ζωή στο ποδόσφαιρο, θα ήθελα πολύ να ζήσω μία έξτρα επιτυχία με τον Παναιτωλικό. Όπως και όλοι.
Είμαι σίγουρος ότι κόσμος εκτιμάει όσα έχει κάνει ο κόσμος και είναι περήφανος για την ομάδα. Έτσι πρέπει να είναι. Μόνο περήφανος μπορείς να είσαι γι’ αυτήν την ομάδα. Μπορεί να λείπει μία μεγάλη πορεία ή ένας τελικός Κυπέλλου, αλλά νομίζω αργά ή γρήγορα θα έρθει κι αυτό».
Ως διοίκηση πώς διαχειρίζεστε τα παράπονα του κόσμου;
«Νομίζω ότι το club έχει ένα συγκεκριμένο DNA. Στα δύσκολα γίνονται όλοι ένα. Μπορεί να υπάρχουν παράπονα από τον κόσμο, αλλά όταν έρχεται η στιγμή που η ομάδα κινδυνεύει και είναι δύσκολα, όλοι γινόμαστε ένα. Αυτό το έχω ζήσει αρκετές φορές αυτά τα τρία χρόνια.
Θυμάμαι την πρώτη χρονιά, κάποια στιγμή ήμασταν οριακά. Και φέτος, όπως στη Λάρισα στο 1-4, όπως στο ματς με τον Ατρόμητο που ήμασταν με την πλάτη στον τοίχο και εκεί δεν υπήρχε κάτι άλλο πέρα από το να το γυρίσουμε όλοι μαζί.
Παράπονα υπάρχουν και καλώς υπάρχουν. Αυτό σημαίνει ότι ο κόσμος έχει απαιτήσεις. Αλλά από την άλλη υπήρχε και υπερβολική πίεση λόγω των εκατό χρόνων. Κοίτα τον ΠΑΟΚ: Φέτος γιόρταζε τα 100 του χρόνια και έκανε την χειρότερη πορεία του τα τελευταία χρόνια. Ίσως και εκεί υπήρχε πολύ μεγάλη πίεση. Μιλάμε για τον ΠΑΟΚ που είναι από τις 4 μεγαλύτερες ομάδες της χώρας.
Στα δύσκολα ξεχνάνε όλοι τα λάθη, γίνονται ένα και έχουν κοινό στόχο. Εκεί δείχνει ο Παναιτωλικός το πραγματικό του πρόσωπο.
Από τα λίγα θετικά της φετινής χρονιάς ήταν εκείνος ο Μάρτης με τα εκατό χρόνια. Το αξέχαστο παιχνίδι με την Κηφισιά και το κλίμα πριν και μετά το ματς. Τουλάχιστον αν κάτι θετικό υπάρχει από αυτήν την χρονιά που δεν την περίμενε έτσι ο κόσμος και εμείς οι ίδιοι είναι αυτός ο μήνας και εκείνο το ματς. Αυτό έδωσε κίνητρο σε όλους για να δουλέψουμε ακόμα πιο σκληρά ώστε να έρθει μία μεγαλύτερη επιτυχία».
«Ο Παναιτωλικός έχει συγκεκριμένο dna, στα δύσκολα όλοι γίνονται “ένα”»
«Κάθε παίκτης είχε στο μυαλό του ότι θα χάσει το πέναλτι επειδή είχε χαθεί το προηγούμενο,»
Ήσουν επιθετικός και έχεις εκτελέσει αρκετά πέναλτι. Τι έγινε φέτος με αυτήν την «κατάρα»; Πέντε χαμένα, πέντε διαφορετικοί εκτελεστές!
«Νομίζω ότι το πρώτο που χάσαμε, του Αγκίρε στην Νεάπολη, ήταν πολύ σημαντικό. Εκεί θα κάναμε 2Χ2 και θα παίρναμε φόρα. Και πέρσι όταν κάναμε τρεις συνεχόμενες νίκες, εκεί έγινε το μεγάλο “μπαμ” και ξεκολλήσαμε. Αυτό μας έλειψε φέτος. Σε κανένα σημείο του πρωταθλήματος δεν καταφέραμε να κάνουμε τρεις σερί νίκες. Έτσι αλλάζεις όλην την πορεία.
Μετά ήρθε το δεύτερο χαμένο στην Τρίπολη με τον Ενκολόλο. Αντί να προηγηθείς, μένεις πίσω. Από εκεί και πέρα δημιουργήθηκε βάρος. Παρότι αλλάζαμε εκτελεστές, κάθε παίκτης είχε στο μυαλό του ότι χάθηκαν τα προηγούμενα οπότε θα χαθεί το επόμενο. Μεγάλωνε η πίεση.
Ήταν μία λεπτομέρεια που δυστυχώς κόστισε. Όπως και κάποια άλλα παιχνίδια που δεν χάναμε πέναλτι αλλά χάναμε τεράστιες ευκαιρίες. Στον Βόλο στα τέλη του Δεκεμβρίου. Στο Ηράκλειο από τον ΟΦΗ στα τέλη Γενάρη. Πραγματικά ήταν σαν να χάναμε μόνοι μας!
Για μένα το χειρότερο ήταν το δεύτερο ματς με την Κηφισιά στα Play Out. Εκεί δικαίως εξέφρασε γκρίνια ο κόσμος. Αυτή η ήττα ήταν για μένα πιο δύσκολη από την 6αρα από τον Λεβαδειακό και την 5αρα από την ΑΕΚ».
Μετά το ματς με την Κηφισιά έκανες μια ηγετική κίνηση, καθώς μάζεψες την ομάδα και την πήγες μπροστά στη θύρα 6 των Warriors. Τι τους ειπες;
«Πριν πάμε στους οργανωμένους, είχαμε μαζευτεί όλοι γιατί ήμασταν πεσμένοι. Τους είπα: “Παιδιά, είμαστε σκ@τ@. Το καταλαβαίνουμε όλοι. Πλέον είμαστε σε μεγάλους μπελάδες Όποιος μπορεί και θέλει να ακολουθήσει, θα ακολουθήσει. Όποιος δεν μπορεί, θα τον βγάλετε εσείς οι ίδιοι έξω. Ούτε η ομάδα, ούτε κανένας”
Και επειδή πολλά παιδιά δεν ήθελαν καν να πάνε στον κόσμο γιατί ήξεραν ότι θα ακούσουν πολλά, τους είπα: “Όχι. Θα πάμε. Είναι χρέος μας. Θα πάμε να τα ακούσουμε και δεν θέλω να μιλήσει κανένας”.
Πήγαμε, έγινε ό,τι έγινε και ήμουν κι εγώ εκεί. Είναι εύκολο όταν είσαι απογοητευμένος και μέσα στα νεύρα με την εικόνα να τα ρίχνεις στους παίκτες αλλά σκεφτόμουν αυτό που έρχεται. Τους έλεγα: “Τώρα πρέπει να είμαστε μαζί. Στα δύσκολα”.
Τα παιδιά πάντα είναι εκεί στα δύσκολα. Ήταν μια “φορτωμένη” στιγμή και δύσκολη για όλους μας, όμως ποτέ δεν περάσαμε τα όρια και πάντα υπάρχει σεβασμός μεταξύ μας».
«Είπα στους παίκτες, είναι χρέος μας να πάμε να τα ακούσουμε από τον κόσμο και δεν θα μιλήσει κανένας»
«Πέρυσι ο Παναιτωλικός ήταν “ένα”, φέτος το χάσαμε αλλά στα δύσκολα η ομάδα έδειξε χαρακτήρα»
Αυτά τα τρία χρόνια που είσαι μέλος της διοίκησης ποια ήταν η πιο δύσκολη κρίση που χρειάστηκε να διαχειριστείς;
«Έχουμε περάσει αρκετές. Την πρώτη μου χρονιά είχαμε πολύ δύσκολες στιγμές. Ειδικά μετά το ματς με τον Βόλο στα Play Out που χάσαμε και μετά όλα τα παιχνίδια ήταν ματς επιβίωσης. Η μεγαλύτερη κρίση ήταν πριν το ματς με την Κηφισιά στην Καισαριανή όλη την εβδομάδα ήμασταν σε συσπείρωση. Μηνύματα, κουβέντες, ξενοδοχείο, κόσμος στα “νταμάρια”…
Δύσκολα το βρίσκεις αυτό αλλού και γι’ αυτό κρατήθηκε όρθια. Και μετά πήγαμε στην Τρίπολη και πήραμε ένα διπλό με το… σπαθί στο χέρι.
Νομίζω ότι αυτό που έγινε τη χρονιά 2023-24 και ο τρόπος που σωθήκαμε, μας έδωσε άλλον αέρα για την περσινή χρονιά, που ήταν από τις καλύτερές μας, σε συγκομιδή βαθμών. Μέχρι τελευταία αγωνιστική της regular season ήμασταν μέσα στον στόχο.
Πέρυσι η ομάδα ήταν “ένα”. Φέτος το χάσαμε. Έφυγαν κάποιοι Έλληνες, αλλάξαμε προπονητή, αλλάζουν πράγματα… Δεν είναι εύκολο να κρατήσεις αυτό το στοιχείο. Παρ’ όλα αυτά, στα δύσκολα η ομάδα έδειξε χαρακτήρα».
Ένας πρώην συμπαίκτης σου, ο Σάββας Τσαμπούρης, είπε πρόσφατα στο Gazzetta πως ως διοικητικός στέλεχος αντιλαμβάνεσαι διαφορετικά έναν προπονητή σε σχέση με το πως τον βλέπεις ως παίκτης. Ισχύει και για σένα αυτό;
«Ναι. Κανένας προπονητής δεν είναι τέλειος. Κανένας μας δεν τέλειος γενικά. Αυτό που είναι πιο σημαντικό για μένα είναι να υπάρχει ισορροπία. Δηλαδή πώς διαχειρίζεται τις καταστάσεις. Αυτό είναι για μένα το παν.
Με τον Σούρερ είχαμε σύντομη συνεργασία. Υπήρχε και πρόβλημα επικοινωνίας, γιατί δεν μιλούσε αγγλικά, μόνο ισπανικά. Ήταν και λίγο κλειστός άνθρωπος, οπότε δεν ήταν εύκολο να εκφράσει αυτό που ήθελε, παρόλο που εννοείται είχε τον διερμηνέα του.
Ο κύριος Πετράκης ήταν στυλ δάσκαλου. Τον σέβονταν όλοι, ακόμα και αυτοί που δεν έπαιζαν. Και αυτό είναι πολύ δύσκολο για να τους κρατήσεις σε εγρήγορση και πιστούς στο πλάνο. Μπορεί να μην παίζαμε “μπαλάρα”, αλλά είχαμε ταυτότητα και αποτελέσματα.
Και τώρα με τον Γιάννη είχαμε κάποια σκαμπανεβάσματα. Κάναμε κάποια φανταστικά παιχνίδια, αλλά και κάποια όχι τόσο καλά. Παρ’ όλα αυτά, η ομάδα τον στήριξε σε ένα δύσκολο σερί για την ομάδα και τον ίδιο. Είναι πρωτόγνωρο για ελληνική ομάδα που στήριξε προπονητή μετά από 7 διαδοχικές ήττες, όμως πολύ καλά έκανε ο Παναιτωλικός. Κακά τα ψέματα στην Ελλάδα οι 9 στις 10 ομάδες θα είχαν αλλάξει προπονητή για να μην πω… 11/10.
Εμείς μπορεί να χαλάσαμε την εικόνα στο τέλος, αλλά ουσιαστικά ο Παναιτωλικός δεν κινδύνευσε ποτέ τόσο σοβαρά, όπως πριν από δύο χρόνια. Πέρυσι δεν μπήκαμε καν σε σκέψη. Βέβαια εννοείται ο στόχος μας δεν ήταν να μην κινδυνεύσουμε».
Για να κλείσουμε τη συνέντευξή μας, η ερώτηση είναι απλή. Τι να περιμένει ο κόσμος του Παναιτωλικού την επόμενη χρονιά;
«Να περιμένει κάτι πολύ καλύτερο σε σχέση με φέτος. Φέτος μπορεί είχαμε τη γιορτή των εκατό χρόνων, αλλά του χρόνου όλοι μας — η ομάδα, όσοι είναι γύρω από αυτήν και ο κόσμος — πρέπει να έχουμε έναν κοινό στόχο και να τον κυνηγήσουμε από την πρώτη μέχρι την τελευταία μέρα.
Είμαι σίγουρος ότι αυτός ο σύλλογος, με όλο αυτό το υπόβαθρο που υπάρχει και με αυτόν τον κόσμο, αξίζει καλύτερα πράγματα. Και μόνο όταν είμαστε ενωμένοι θα το πετύχουμε. Είμαι βέβαιος γι’ αυτό»!
«Ο στόχος μας δεν ήταν να μην κινδυνεύσουμε, πολύ καλά έκανε ο Παναιτωλικός και στήριξε τον Αναστασίου σε μια φάση που 9/10 ομάδες θα άλλαζαν προπονητή»
«Το ήθος, ο χαρακτήρας και η νοοτροπία του Οικονόμου μας έκαναν να τον αγαπήσουμε πολύ»
Η συνέντευξη πραγματοποιήθηκε στο Αγρίνιο μερικές μέρες πριν την απώλεια του Μάριου Οικονόμου, όμως ο Μάρκο Μαρκόβσκι μέσω του Gazzetta θέλησε εκ μέρους της οικογένειας του Παναιτωλικού να στείλει το μήνυμα του για τoν τραγικό χαμό του πρώην παίκτη του Τίτορμου, με τον οποίο συνυπάρξαν στην πρώτη του χρονιά ως Team Manager του κλαμπ.
«Με απέραντη θλίψη έλαβα την είδηση ότι ο Μάριος δεν είναι πια μαζί μας. Ένας σπουδαίος άνθρωπος και αθλητής που ηταν ξεχωριστός με κάθε έννοια της λέξης.
Το ήθος, ο χαρακτήρας και η νοοτροπία του μας έκαναν όλους να τον αγαπήσουμε πολύ.
Ήταν παράδειγμα για όσα νέα παιδιά είχαν την τιμή να εργαστούν και να περάσουν στιγμές μαζί του.
Το μόνο σιγουρο είναι ότι ο κανένας μας δεν θα τον ξεχάσει ποτέ.
Συλλυπητήρια στην οικογένειά του»!









